Πέμπτη, Φεβρουαρίου 16, 2017

Eρωτικό

 
Κάθε Βαλεντίνου συζητάμε για το αν ο Άγιος είναι μια ακόμη ευπρόσδεκτη αφορμή για να γιορτάζεται ο έρωτας, ή αν ο έρωτας είναι για να γιορτάζεται κάθε μέρα και όχι επετειακά. Όποια θέση κι αν παίρνεις στη συζήτηση, δεν αμφισβητείς δύο πράγματα: 1) ότι ο Βαλεντίνος είναι ένα αμιγώς εμπορικό κατασκεύασμα και 2) ότι ο έρωτας είναι ένα αμιγώς φυσικό μη κατασκεύασμα.
Κάθε που συζητάμε για το αν ο Βαλεντίνος αξίζει ή δεν αξίζει στους όντως ερωτευμένους, θέτουμε ως αυτονόητη βάση της συζήτησης ότι ο έρωτας (αυτό τουλάχιστον που εννοούμε ως έρωτα) είναι μια πανίσχυρη, πανανθρώπινη και διαχρονική αλήθεια και όχι μια ιδέα που φυτεύτηκε κάποτε στο φαντασιακό των ανθρώπων, καταγοητεύοντάς το και αιχμαλωτίζοντάς το, με αποτέλεσμα έκτοτε κανείς να μην τολμά να την αμφισβητεί. Να μην τολμά όχι τόσο γιατί θα θεωρηθεί ιερόσυλος και βλάσφημος, όσο γιατί όλοι οι υπόλοιποι θα γελάσουν με συγκατάβαση για τις ανοησίες του: αφού όλοι ξέρουμε ότι ο έρωτας υπάρχει και φωτίζει τη ζωή μας και τη νοηματοδοτεί, είτε ως ανάμνηση, είτε ως παρουσία, είτε ως προσδοκία. Όχι;
Από μια ηλικία και ύστερα παύουμε να πιστεύουμε στον Άγιο Βασίλη και αρχίζουμε να πιστεύουμε στον έρωτα, απόλυτα πεπεισμένοι πως μόνο ο τροφαντός γενειοφόρος παππούλης με την κόκκινη στολή που πετούσε με έλκηθρα κι έμπαινε από καμινάδες ήταν σύμβολο, μύθος, κατασκευή, μεταφορά, σχήμα λόγου.
Αν κάποιος θελήσει να μας πείσει ότι ο Άγιος Βασίλης υπάρχει, θα αντιμετωπιστεί ως περίπου το ίδιο γραφικός με εκείνον που θα θελήσει να μας πείσει ότι ο έρωτας (αυτό τουλάχιστον που εννοούμε ως έρωτα) είναι κι αυτός ένα είδος Άγιου Βασίλη ή Αγίου Βαλεντίνου, είναι κι αυτός μια ιστορία που φτιάξαμε κι αρχίσαμε να διηγούμαστε ο ένας στον άλλον, μέχρι που τα παιδιά πίστεψαν στον Άη Βασίλη και τα μεγαλύτερα παιδιά στον έρωτα.
Μερικές ιστορίες παραείναι ακαταμάχητες για να τις αρνηθείς. Πώς θα περνούσε καλύτερα τα θνητά της χρόνια η ανθρωπότητα; Με ένα είδος κυνισμού της φυσικής έλξης που πάσχει εξ ορισμού από σύνδρομο διάσπασης της προσοχής, καθώς ελκύεται από οποιοδήποτε άλλο πλάσμα βρει ελκυστικό; Ή με τον λυρισμό της μοναδικότητας της ερωτικής σχέσης, με το αυτοπαραμύθιασμα του ότι επιτέλους βρήκες τον αληθινό -τον αληθινό, μαλάκα μου- έρωτα, βρήκες τον άνθρωπο με τον οποίο κλειδώσατε, κλειδαμπαρωθήκατε, μπήκατε ο ένας στα κατάβαθα του άλλου, γιατί σας έκανε το κάτι, μίλησε στην ψυχή σας, στην καρδιά σας, στο μυαλό σας, στο κορμί σας, στο πρόσωπό σας, στα μάτια σας, στη γλώσσα και τα αυτιά σας;
Αν έλεγες παλιά ότι ο Θεός δεν υπάρχει και ότι τον έφτιαξε ο άνθρωπος για να μπορεί να την παλεύει, σε έκαιγαν στην πυρά. Αν πεις σήμερα ότι ίσως κι ο έρωτας (αυτό τουλάχιστον που εννοούμε ως έρωτα) δεν υπάρχει και ότι τον έφτιαξε ο άνθρωπος για να μπορεί να την παλεύει, κανείς δεν θα σε κάψει πουθενά.
Θα σε λυπηθεί μόνο και ταυτόχρονα θα σε ζηλέψει που δεν έχεις καεί ποτέ αληθινά στις βαθιά αληθινές του φλόγες, εκείνες που σε μετατρέπουν σε φωτιά όταν ζεις τον έρωτα και σε στάχτες όταν δεν τον ζεις πια, όταν εσύ ακόμη καίγεσαι κι ο άλλος πια όχι, ή όταν νομίζεις ότι ο άλλος δεν καίγεται, ενώ στην πραγματικότητα θέλει από σένα να είστε μαζί και η φωτιά και το νερό και ο αέρας και η γη και ο χρόνος και ο χώρος και οι λέξεις και οι εικόνες και τα πάντα, κλάσμα των οποίων βαθύτατα ασήμαντο είναι αυτό τουλάχιστον που εννοούμε ως έρωτα και ακέραια μονάδα των οποίων βαθύτατα σημαντική είναι αυτό που εμπεριέχει μέσα του και τον έρωτα και κάθε άλλη ανθρώπινη κατάσκευη και κάθε άλλη ανθρώπινη ανάγκη και κάθε άλλη ανθρώπινη ιστορία.
 

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 28, 2016

Δέκα για το Δεκάξι


Τέλος χρονιάς, ώρα άρα για μια ακόμη φορά, μετά το 10, το 11, το 12, το 13, το 14 και το 15, να συναρμολογηθεί η λίστα των δέκα πιο αγαπημένων ταινιών από αυτές που προβλήθηκαν στην Ελλάδα από τον Ιανουάριο ως και το Δεκέμβριο. Από το δέκα ως το ένα λοιπόν, 2016 δείξε μας την πραμάτεια σου:

10. Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ

 

Δεν είναι το είδος του σινεμά που προτιμώ. Είναι μάλλον το είδος του σινεμά με το οποίο προτιμώ να διαφωνώ, γιατί μπορεί πολιτικά να με εκφράζει πολύ η στάση του Κεν Λόουτς, αλλά κινηματογραφικά διατηρώ μερικές φορές αποστάσεις. Αν λοιπόν θα έπρεπε να κρίνω αυτόνομα το «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ», θα έβρισκα μέσα του πολλά πράγματα που δε μου πάνε, θα έλεγα ότι είμαι κατά του άσπρου – μαύρου και υπέρ των αποχρώσεων, ότι είμαι υπέρ των υπαινιγμών και κατά των φωνών. Αν όμως κρίνω την ταινία σε σχέση με το περιβάλλον το κοινωνικό και το περιβάλλον του υπόλοιπου κινηματογραφικού και τηλεοπτικού σύμπαντος, θα πω ότι η συνειδητή στράτευση του Λόουτς έρχεται να αντιπαρατεθεί σε μια στεντόρεια σιωπή. Αν ο Λόουτς δείχνει με τον, όχι πιο κομψό τρόπο, προς μια πλευρά της πραγματικότητας, πολύ περισσότερο άκομψο είναι ότι αυτή την πλευρά τη βλέπουμε σπανιότατα στις οθόνες μας. Τι είδους κινηματογραφικό σύμπαν είναι αυτό που στρέφει τόσο σπάνια τη ματιά του στην εξαθλίωση και την εξαχρείωση της κοινωνίας, στη διάλυση του κοινωνικού ιστού; Γιατί δεν κοιτούν προς τα εκεί συχνότερα οι άνθρωποι του κινηματογράφου; Ε, όταν οι άνθρωποι πεινάνε δίπλα μας, σινεμά που δεν μας τους δείχνει ποτέ, είναι ένα σινεμά προπαγανδιστικό. Υπό αυτή την έννοια, όχι, δεν γίνεται στη δεκάδα της χρονιάς να μην έχει θέση ο Ντάνιελ Μπλέικ, η Κέιτ και όλες οι Κέιτ που πεινούν και ισοπεδώνονται μακριά από τις κάμερες του σινεμά.

9. Η άφιξη – La La land – Τhe Neon DemonH Επιστροφή

Arrival – La la land - Τhe Neon Demon – H Επιστροφή

Βάζω τέσσερις ταινίες στη θέση εννέα, όχι σαν τρικ για να χωρέσω περισσότερες στη δεκάδα, αλλά επειδή θεωρώ ότι τις διακρίνει ένα πολύ βασικό κοινό χαρακτηριστικό. Ο Ντενί Βιλνέβ με το “Arrival”, ο Ντάμιεν Σαζέλ με το “La La Land”, o Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν με το “Τhe Neon Demon” και ο Αλεχάντρο Ιναρίτου με την «Επιστροφή» προσφέρουν τέσσερις ταινίες, όπου μας δείχνουν ξανά πόσο σημαντικοί σκηνοθέτες είναι και όπου χάρη στην κλάση τους υπάρχουν μέσα τους στιγμές μεγάλης ομορφιάς, έντασης και ενίοτε δέους. Αμφιβάλλω όμως αν όλες μαζί έχουν καταφέρει να χωρέσουν έναν μη σχηματικό χαρακτήρα μέσα τους, έναν χαρακτήρα που σε κάνει να τον νιώσεις και να συγκινηθείς με όσα του συμβαίνουν μέσα σε μια κινηματογραφική ιστορία. Οι ήρωες των ταινιών αυτών, οι πορείες τους, οι συγκρούσεις τους, οι λυτρώσεις τους και οι καταστροφές τους, δυσκολεύονται να πείσουν για την αλήθειά τους. Αποτελούν κι αυτοί οχήματα μετάδοσης ενός σκηνοθετικού βλέμματος. Βλέμματος αναμφίβολα συναρπαστικού. Πίσω από κάθε μια από τις τέσσερις υπάρχει ένα σκηνοθετικό όραμα το οποίο υπηρετείται και εκτελείται αριστοτεχνικά. Ίσως είναι τόσο ισχυρό και ακαταμάχητο και για τους ίδιους που αποδέχονται πως η ιστορία που θα διηγηθούν είναι δευτερεύουσας σημασίας. Και δεν ξέρω ίσως και να είναι τελικά. Γιατί, ναι, όσες ενστάσεις κι αν έχεις για το ζουμί που θεωρείς ότι τους λείπει από κάτω, πώς να αντισταθείς στη δύναμη και την ποίηση των εικόνων τους; Δεν γίνεται.

8. Το Δωμάτιο

 

Ενώ το «Δωμάτιο», ας πούμε. Τόσο στην αντίπερα κινηματογραφική όχθη. Τόσο ταπεινό. Ούτε συναντήσεις με εκπροσώπους εξωγήινων πολιτισμών, ούτε αχανείς εκτάσεις απίστευτης φυσικής ομορφιάς και μάχες με αρκούδες, ούτε ο αδυσώπητος κόσμος του Λος Άντζελες της βιομηχανίας μόδας, ούτε ο ονειρικός κόσμος του Λος Άντζελες σε μιούζικαλ. Ένα δωμάτιο ελάχιστων τετραγωνικών όλο κι όλο. Που είναι ο μόνος κόσμος που ξέρει ο Τζακ, ένα παιδί πέντε ετών. Ο μόνος κόσμος που έχει γνωρίσει. Γιατί είναι φυλακισμένο εκεί με την μητέρα του. Και η μητέρα του για να το προστατεύσει του έχει μάθει ότι αυτό το δωμάτιο είναι όντως ο κόσμος όλος. Κυριολεκτικά. Kι όταν μια ταινία καταφέρνει να σε συγκινήσει τόσο πολύ ως τη μέση της (και όταν ειδικά στη μέση της υπάρχει μια σεκάνς από τις πιο συγκινητικές της χρονιάς και όχι μόνο), της συγχωρείς ακόμη ότι από εκεί και πέρα προχωράει μάλλον αμήχανα. Δε σε πειράζει. Καμιά φορά αρκεί και μισή ταινία. Για πολλοστή φορά αποδεικνύεται ότι μια σημαντική ταινία μπορεί να φτιαχτεί και με ελάχιστες πρώτες ύλες, ότι ακόμη και ένα μικρό δωμάτιο μπορεί να αποτελέσει επαρκέστατο χώρο, ότι όταν υπάρχει μια δυνατή ιστορία και ένα διαυγές σκηνοθετικό βλέμμα, δεν υπάρχει κανείς χώρος που να είναι μικρός ή ταπεινός για να γυριστεί ένα σημαντικό έργο. Εδώ αυτός ο μικρός χώρος ορίζει καταλυτικά τους δύο ήρωές του. Σε επίπεδο συγκίνησης μπαίνουμε εντελώς μέσα στην κατάστασή τους, σε επίπεδο σκέψης μπορούμε μόνο να αναρωτηθούμε, πόσο κι εμείς έχουμε χώρους μέσα στους οποίους μπορούμε να κινηθούμε και χώρους πέραν από τους οποίους δε θα πάμε ποτέ μας, μπορούμε μόνο να υποψιαστούμε πως όσο εξαρτημένος είναι ο Τζακ από την αφήγηση του κόσμου που είχε στα πρώτα πέντε χρόνια της ζωής του, άλλο τόσο είμαστε κι εμείς από την αφήγηση του κόσμου που έχουμε καθ’ όλη τη διάρκειά της.

7. Θάνατος στο Σαράγεβο



Σαράγεβο 2014. Εκατό χρόνια πριν δολοφονείται εδώ ο Αυστριακός Αρχιδούκας Φραντς Φέρντιναντ και ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος ξεσπάει. Στη διάρκεια του αιώνα που μεσολαβεί, θα μεσολαβήσει ένας ακόμα Παγκόσμιος Πόλεμος και πολύ πιο πρόσφατα ο εμφύλιος που θα κόψει την Γιουγκοσλαβία σε πολλά επιμέρους κράτη, με πληγές και εστίες διαμάχης που παραμένουν ακόμη  εντελώς ζωντανές. Η ταινία διαδραματίζεται σε ένα ξενοδοχείο. Το λένε «Ευρώπη», χρωστάει παντού, οι τράπεζες απειλούν να το πάρουν, ο διευθυντής ζητά από τους εργαζόμενους να βάλουν πλάτη, αν δεν βάλουν με το καλό υπάρχει πάντα και ο άλλος δρόμος κι όλα αυτά ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει στείλει αντιπροσώπους να κάνουν παράτες και γιορτές για τη συμπλήρωση των 100 χρόνων και τα παιδάκια που θα τραγουδήσουν στους αντιπροσώπους ταϊζονται σάντουιτς για να μη λιποθυμήσουν και γίνουμε ρεζίλι. Οι εθνικές διαφορές και τα πάθη που έχουν καθορίσει την τύχη της χώρας, τα οικονομικά προβλήματα και οι ταξικές διαφορές που ορίζουν με αμείλικτο τρόπο την καθημερινότητα, στο φόντο και προσωπικά προβλήματα, διαφορά αντίληψης των γενεών, αστείες καψούρες, συζυγικές γκρίνιες. Ο Ντάνις Τάνοβιτς ενορχηστρώνει την πολυπρισματική συνολική εικόνα έχοντας τον απόλυτο έλεγχο όλων των παικτών και κατά πάσα πιθανότητα προσφέροντάς μας την ταινία που είχε σχεδιάσει ακριβώς στο μυαλό του. Κρατά απόσταση από οτιδήποτε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αβανταδόρικο ή συναισθηματικά εκβιαστικό, προσεγγίζοντας όλους τους ήρωες, ακόμη και τους πιο αρνητικούς, με ένα μείγμα αποστασιοποίησης, τρυφερότητας και υπόγειου χιούμορ, με ενσυναίσθηση του τι και του πώς τους, τους προσεγγίζει όχι από κάπου ψηλά, αλλά με ανθρωπιά, ακόμη κι όταν αυτοί δεν την επιδεικνύουν. Περισσότερο κοντά σε κεντροευρωπαϊκό μυθιστόρημα, παρά σε κουστουριτσικό βαλκανικό διονυσιασμό, το «Θάνατος στο Σαράγεβο» είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις που μια ταινία σου προσφέρει τόσα επίπεδα και τόσο υλικό να σκάψεις.

6. Το Μεγάλο Σορτάρισμα



Πριν το κραχ της αμερικάνικης οικονομίας το 2008. Που οδήγησε με τη σειρά του σε ένα παγκόσμιο. Η μεγάλη εικόνα. Τα όρια μεταξύ ηλιθιότητας (αδυναμίας πρόβλεψης ότι το σύστημα είναι μια φούσκα που θα καταρρεύσει) και απατεωνιάς (βεβαιότητας ότι αν καταρρεύσει, το τίμημα θα το πληρώσουν αυτοί που το πληρώνουν πάντα). Διαχειριστές τριών διαφορετικών Hedge Funds, αποφασίζουν να επενδύσουν χοντρά λεφτά σε CDS, σε ασφάλιστρα κινδύνου των σύνθετων χρηματιστηριακών προϊόντων που στηρίζονται στα στεγαστικά ομόλογα, στοιχηματίζοντας από το 2005 και το 2006, όταν όλοι τότε τους έλεγαν τρελούς, ότι η στεγαστική αγορά θα καταρρεύσει. «Το Μεγάλο Σορτάρισμα» είναι μια ταινία που αν την είχε γυρίσει Έλληνας, θα την κατακεραύνωναν οι εδώ νεοφιλελεύθεροι μεταρρυθμιστές ως απαύγασμα λαϊκισμού. Είναι μια ταινία που μας θυμίζει ότι η περιβόητη «πραγματικότητα» που επανέρχεται συνέχεια στο δημόσιο διάλογο ως κάτι που μας έρχεται από τον ουρανό ή από την προαιώνια φυσική τάξη, είναι αντίθετα προϊόν πολιτικών επιλογών και μιας εντελώς σημαδεμένης τράπουλας. Μας θυμίζει ότι αυτή η πραγματικότητα είναι πέρα για πέρα μεμπτή. Και ότι οδηγεί σε φούσκες που έσκασαν και που θα ξανασκάσουν. Όχι στα μούτρα εκείνων που τις φτιάχνουν και εκείνων που τις εκμεταλλεύονται.  Κινηματογραφικά το μεγάλο προσόν του «Μεγάλου Σορταρίσματος» έγκειται στο ότι μοιάζει και είναι διαφορετικό στον τρόπο που προσεγγίζει το θέμα του. Ο ως τώρα σκηνοθέτης κωμωδιών Άνταμ Μακ Κέι, σκηνοθετεί απενοχοποιημένα, φέρνοντας έναν αέρα ελευθερίας, πετώντας πολλούς κανόνες στα σκουπίδια. Η Μάργκο Ρόμπι μέσα σε μια γεμάτη μπανιέρα, δίπλα της κεριά και με ένα ποτήρι σαμπάνια στο χέρι, μας εξηγεί τη λειτουργία των στεγαστικών ομολόγων. Κι όποιος καταλάβει κατάλαβε. Και τη λειτουργία της σκηνής και την τρέχουσα λειτουργία του καπιταλισμού.

5. Victoria

 

Ένα οργιαστικό μονοπλάνο δύο ωρών και δέκα τριών λεπτών. Ο εγκέφαλός μας έχει μάθει να λειτουργεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο παρακολουθώντας ταινίες, με αποτέλεσμα την ίδια ώρα που παρακολουθούμε μια «κανονική» ταινία (όπως τη “Victoria”, ή όπως συνέβαινε με έναν άλλο τρόπο στο “Βοyhood”), να πρέπει να επαναφέρουμε στο μυαλό μας ότι πολλές από τις συμβάσεις της δεν λειτουργούν εδώ, πειράζουν βασικές συμβάσεις της κινηματογραφικής γλώσσας για τις οποίες η δυσπιστία είχε ανασταλεί, προσφέροντάς σου στη θέση τους το αληθινό πέρασμα του χρόνου: στο “Victoria” η ιστορία που εκτυλίσσεται στην οθόνη εκτυλίχθηκε ολόκληρη από την αρχή ως το τέλος της από τη στιγμή που πρωτοσυναντάμε την Βικτόρια να χορεύει. Aπό τη στιγμή που ξεκινάει το γύρισμα, η ιστορία αρχίζει να διαδραματίζεται σε εντελώς αληθινό χρόνο. Δυο ώρες και δέκα τρία λεπτά μετά, το γύρισμα σταματάει. Αλλά αυτό θα έφτανε μόνο για να θαυμάσεις το πώς το έκαναν. Το γεγονός ότι η ταινία πολλούς μήνες μετά παραμένει ολοζώντανη μέσα σου, αποδεικνύει ότι η Victoria δεν ήταν μόνο ένα τεχνικό επίτευγμα, δεν ήταν μόνο ένα επιτυχημένο πείραμα, δεν ήταν μόνο φόρμα. Κατάφερε να χωρέσει μέσα της μια ηρωίδα κι έναν ήρωα που υπάρχουν, ζουν, αναπνένουν. Κατάφερε να μας μεταδώσει μια βραδιά νεανικής τρέλας, μια βραδιά ελευθερίας, μια βραδιά νεανικής βλακείας, μια βραδιά μεγάλων λαθών. Λαθών που μπορεί να σε κάνουν να μετανιώνεις μετά για μια ζωή. Αλλά την ώρα που τα κάνεις είναι η ίδια η ζωή. Αλλά την ώρα που τα κάνεις είναι τα ίδια τα νιάτα. Μια βραδιά που αν τη βγάλεις καθαρή ποτέ δεν θα την ξεχάσεις. Ούτε καν μια βραδιά. Δυό ώρες και δέκα τρία λεπτά. Ξημερώνει. Λάιβ. Ενώ η ιστορία και η ταινία εξελίσσεται.

4. Η Υπηρέτρια

 


Η αισθητική υπογραφή του Παρκ Τσαν Γουκ: σκηνοθεσία που νιώθει πάρα πολύ καλά στο να μας επιδεικνύει διαρκώς τις δυνάμεις της και σενάρια που νιώθουν πάρα πολύ καλά στο να αποκαλύπτουν σιγά – σιγά τη δύναμή τους. Από τα μισά της ταινίας το δίπολο έρωτας – απάτη θα αρχίσει να στροβιλίζεται. Μαζί του κι εμείς. Μυθοποίηση – απομυθοποίηση – μεταμυθοποίηση, δόμηση – αποδόμηση – μεταδόμηση, ποιος θα κερδίσει τελικά, ο έρωτας ή η απάτη και ο έρωτας τίνος, η απάτη τίνος, ένας άντρας και δυο γυναίκες, τρεις άνθρωποι και δυο έννοιες. Ο Παρκ Τσαν – Γουκ κάνει πρωταγωνίστρια την αφήγησή του, τεμαχίζοντας έτσι την ιστορία ώστε αυτή να είναι η αληθινή πρωταγωνίστρια, γιατί το σινεμά είναι μαζί εξαπάτηση και ερωτική σαγήνη. Μέσα στα πόδια της ερωμένης της, η ηρωίδα κοιτά, υποτίθεται, το αιδοίο της, ενώ κοιτά την κάμερα. Την κοιτά σαν να βλέπει το μυστικό της ζωής και μαζί την προέλευσή της, την κοιτά σαν να είναι το μέρος εκείνο από το οποίο όλα προέρχονται κι όλα γεννιώνται, σαν το πιο απόκρυφο και μαζί το πιο εκθαμβωτικό σημείο, σαν σάρκα, δέρμα, γεύση, οσμή κι ηδονή, σαν πόθο και μαζί σαν νόημα. Κάπως έτσι και το αληθινό σινεμά γεννιέται μέσα από τέτοιου είδους κάμερες και τέτοιου είδους κινηματογραφιστές, σαν πόθος και μαζί σαν νόημα.

3. Ο Κούμπο και οι Δύο Χορδές


Ο Κούμπο έχει μόνο ένα μάτι και μόνο έναν γονιό. Και τι γονιό. Όταν γνωρίζουμε τη μάνα του, μοιάζει σαν να έχει κλινική κατάθλιψη. Ο Κούμπο γέρνει δίπλα της, εκείνη ούτε το χέρι δεν κάνει να τον πιάσει για μια αγκαλιά. Ο Κούμπο που θα γίνει ήρωας. Αλλά που θα του πουν ότι ήταν ήρωας και πριν ακόμα γίνει ήρωας, ήταν ήρωας όταν παρίστανε το γονιό του γονιού του. Τα παιδιά δεν είναι φτιαγμένα για τη σκοτεινιά και τη θλίψη. Τα παιδιά έχουν μια φυσική ροπή προς το φως και τη χαρά και όλη η πορεία τους προς την ενηλικίωση είναι ίσως η σταδιακή πορεία μείωσης αυτής της αυθόρμητης χαράς. Κούμπο που πρωτοσυναντάμε σε μια κατασκότεινη θάλασσα με πελώρια κύματα, ο Κούμπο που έχει περάσει τα πάνδεινα δεν είναι ένα μελαγχολικό παιδί. Φεύγει κάθε μέρα από την απομονωμένη σπηλιά της αποξένωσης στην οποία ζει με τη μαμά του, κατεβαίνει  στο χωριό κι αρχίζει να λέει τις ιστορίες του. Με τον πιο μαγικό τρόπο. Οι ιστορίες αρχίζουν να ξεπηδούν από το χαρτί, σελίδα τη σελίδα, αλλά όχι ως σελίδες που γεμίζουν με λέξεις, οι σελίδες γίνονται το σώμα της ιστορίας, σχηματίζοντας με χαρτιά Οριγκάμι  πολεμιστές και μάχες. Και ξεπηδούν μέσα από το τρίχορδο μουσικό του όργανο. Ο Κούμπο παίζει το όργανο και η μούσα – μουσική σχηματοποιεί εικόνες.  Και οι ιστορίες γεννιούνται. Αλλά ο Κούμπο δεν θα διηγηθεί παραμύθια για να ξεχνά. Ο Κούμπο θα διηγείται την πατρώα ιστορία, την ιστορία της καταγωγής του, θα επαναφέρει τον απόντα πατέρα του. Και στην ιστορία του και τα χαρτιά του θα είναι ξανά ο τρανός σαμουράι που υπήρξε. Ο Κούμπο ψάχνει να αναβιώσει με κάθε τρόπο τον πατέρα του. Και θα βρεθεί μέσα σε μια ιστορία που η μαγεία είναι μνήμη και η μνήμη είναι μαγεία και όλα είναι μαζί ζωντανή παρουσία και υποκατάσταση. Ένα τεράστιο σκαθάρι σαμουράι, μια μαϊμού και ο Κούμπο τρώνε μαζί  γύρω από ένα νοητό τραπέζι. Συζητήσεις, πειράγματα, ζωντάνια. Ο Κούμπο λέει ότι πρώτη φορά τρώει με παρέα. Η οικογένεια ως ο διαπεραστικότερος από όλους τους πόνους, η οικογένεια ως η βαθύτερη από όλες τις αγάπες, η οικογένεια ως ο ριζικότερος συγκλονισμός, ο μπαμπάς, η μαμά και το παιδί στα μάτια του ίδιου του παιδιού.

2. Εκείνη


Μια τόσο ασυνήθιστη και πολύπλοκη κεντρική ηρωίδα. Με τόσο συζητήσιμες, ή ενδεχομένως και προβληματικές, επιλογές. Που στιγματίστηκε τόσο άδικα ως θύμα όταν ήταν παιδί και που τώρα που είναι θύμα αρνείται το ρόλο αυτό. Που σε ένα σωρό ζητήματα ενεργεί «σαν άντρας». Και δίπλα της ένα σωρό (αλλά αλήθεια ένα σωρό) άλλοι ήρωες, που δεν τη διακοσμούν σαν γλάστρες, που έχουν λόγο ύπαρξης, τόσο αυτοτελή, όσο και για να δούμε στη συνθετότητα των σχέσεων μαζί τους να σχηματίζεται πλήρως ο χαρακτήρας της. Σε ποιόν ανήκει όμως Εκείνη; Σε ποιόν ανήκει η Μισέλ; Δεν ανήκει μόνο στον Βερχόφεν, δεν ανήκει μόνο στην Ιζαμπέλ Ιπέρ. Άνηκε πρώτα στον Φιλίπ Ντζιάν που έγραψε το βιβλίο. Κι αυτή και ο κόσμος της. Που πρωτομετατράπηκε από τον Ντέιβιντ Μπιρκ όταν το βιβλίο έγινε σενάριο. Που ο Βερχόφεν μετά πήρε έναν ήδη προϋφιστάμενο κόσμο και τον μετέτρεψε στο δικό του. Αν λοιπόν η Μισέλ είναι ολοζώντανη, το χρωστάει σε όλους αυτούς τους ανθρώπους μαζί. Που την σκάλισαν όλοι από λίγο μέχρι να αποκτήσει την τελική μορφή της. Το «Εκείνη» είναι η ταινία που είναι και επειδή στηρίζεται σε ένα σεναριακό υλικό τόσο στέρεο, τόσο πλούσιο και με τόσες αποχρώσεις. Ο Βερχόφεν γονιμοποιεί ιδεωδώς αυτό το υλικό, ακροβατώντας ανάμεσα στα κινηματογραφικά είδη, παίζοντας με τις προσδοκίες μας, ξεβολεύοντάς μας, προσφέροντας ένα έργο στο οποίο η αμφισημία του σεναρίου απογειώνεται από μια σκηνοθετική αμφισημία στην οποία μόνο να υποκλιθείς μπορείς. Ένα θαύμα ισορροπιών. Ένα θαύμα σκηνοθετικής χάρης. Μεγάλο σινεμά. Που χωράει μέσα του όλον αυτόν τον πλούτο. Ανθρώπων, καταστάσεων, συμπεριφορών. Η ταινία του Βερχόφεν δεν πατάει σταθερά στο έδαφος. Πατάει σταθερά στο σκοινί που ακροβατεί. Ακροβατείς κι εσύ μαζί της. Από κάτω κενό. Θα πέσεις; Θα πέσετε; Χαμογελάτε και οι δύο ειρωνικά στο κενό απο κάτω σας. 

1. Toni Erdmann


Βλέποντας το Τόνι Έρντμαν, ο Οδυσσέας Ελύτης έγραψε: «Αν αποσυνθέσεις το Τόνι Έρντμαν, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια περούκα, μια μασέλα κι ένας άνθρωπος που τις βάζει και τις βγάζει». Αν μια βασική διαφορά της θεατρικής από την κινηματογραφική συνθήκη είναι ότι θέατρο μπορούμε να έχουμε με το τίποτα σχεδόν, ότι θέατρο μπορούμε να έχουμε από τη στιγμή που ένας άνθρωπος σταθεί μπροστά σε άλλους ανθρώπους και παραστήσει ότι είναι κάτι άλλο, ότι η θεατρική σύμβαση ξεκινά από τη στιγμή που ένας άνθρωπος υποδύεται κάποιον άλλο, στην καρδιά του Τόνι Έρντμαν, ένας άνθρωπος βάζει μια περούκα και μια μασέλα και υποδύεται έναν άλλο. Η περούκα και η μασέλα είναι όσο πιο ευτελείς γίνεται, μπορεί να τα έχει αγοράσει από μαγαζί με αποκριάτικα, η μεταμφίεση είναι όσο πιο προσχηματική γίνεται, αλλά πάντως γίνεται, συντελείται. Δεν είναι συμβολική, δεν είναι αφηρημένη, έχει υλικότητα, την υλικότητα της ευτέλειας των συγκεκριμένων υλικών. Και αυτή η ευτελής υλικότητα κινηματογραφείται. Σε αυτή την ταινία η μεταμόρφωση των ηρώων δεν θα γίνει με ειδικά εφέ, δε θα γίνει με το μακιγιάζ, δε θα γίνει με τα φίλτρα της κάμερας του διευθυντή φωτογραφίας. Σε αυτή την ταινία ο ήρωας μεταμορφώνεται φορώντας μια περούκα και μια μασέλα των πέντε ευρώ. Πάνω σε αυτή την εντελώς εμπράγματη και απτή μεταμόρφωση πατάει το έργο. Πρέπει να έχουν περάσει πάνω από δυο ώρες ταινίας, όταν βρισκόμαστε στην καρδιά μιας κατάστασης δραματικής που καταλύεται από μια σεκάνς, η οποία έκανε εμένα και ολόκληρη την αίθουσα  του σινεμά να κλαίμε κυριολεκτικά από τα γέλια. Και ελάχιστες στιγμές μετά το γέλιο μέχρι δακρύων υπάρχει μια σκηνή στο πάρκο, όπου το σινεμά είναι μαζί πειραματισμός κι απόλυτη εκπλήρωση. Η Μάρεν Άντε κατάφερε το σχεδόν αδύνατο πια στο σινεμά, το να ανακαλύψει ένα χώρο παρθένο, ένα χώρο όπου είμαστε συναισθηματικά ανυποψίαστοι, απροετοίμαστοι, ευάλωτοι, γυμνοί. Δεν ξέραμε τι βλέπαμε. Και ήμασταν ελεύθεροι να γελάμε ή να κλαίμε. Να κουραστούμε ή να συνεπαρθούμε. Ελεύθεροι από προκαταλήψεις και προδιαμορφωμένες ιδέες για το σινεμά, τα είδη του, τα κόλπα του, τις νόρμες του. Ελεύθεροι.

(Κείμενο γραμμένο για το ελculture)

Σάββατο, Οκτωβρίου 29, 2016

Σαν σήμερα

Ανοίγοντας χθες το φέισμπουκ, μου εμφάνισε ένα από αυτά τα «Σαν σήμερα». Ήταν μια ανάρτηση που σχολίαζε μια φωτογραφία που είχα βγάλει εκείνη την ημέρα, μια ανάρτηση σκοπίμως φτιαγμένη σαν να μιλούσε για κάποιο παρελθοντικό γεγονός, σκοπίμως φτιαγμένη σαν να μιλούσε για μια ανάμνηση:
Κάποια εθνική γιορτή ήταν. Νομίζω 28η Οκτωβρίου. Πόσο να ήσουν, 6 στα 7, 7 στα 8; Μάλλον το δεύτερο, αν και δεν παίρνω κι όρκο. Είχες μια μικρή σημαιούλα και κυνηγούσες περιστέρια. Εκείνο που σίγουρα θυμάμαι είναι ότι ήδη από εκείνη τη στιγμή ζούσα τη στιγμή σαν ανάμνηση. Ποιός είπε ότι η νοσταλγία πρέπει πάντα να έπεται του βιώματος; Καμιά φορά συμβαίνουν μαζί, κλειδώνει το ένα πάνω στο άλλο, ζεις νοσταλγώντας αυτό που ζεις.
Τώρα λοιπόν ξανακοιτάζω τη φωτογραφία, ανακαλώ πάλι τη στιγμή κι αναρωτιέμαι αν είναι δυνατόν να νοσταλγήσει κανείς το εξαρχής νοσταλγηθέν.
Μου έρχεται στο μυαλό κάτι που είχα γράψει αρκετά χρόνια πριν, όταν η όλη εμπειρία του να έχεις παιδί ήταν ακόμη στα πρώτα της βήματα: από ένα σημείο και ύστερα η αγάπη είναι ταυτόχρονα οδύνη, είναι ίσως η άλλη όψη της οδύνης, μιας οδύνης ανεξαρτητοποιημένης πάντως από οτιδήποτε δυσοίωνο, καθώς στα συστατικά της δεν θα βρεις τόσο τον φόβο τυχόν μελλοντικού κακού, όσο το δυσβάσταχτο του παρόντος καλού, δεν θα βρεις τόσο τον φόβο τυχόν μελλοντικής απώλειας. όσο το δυσβάσταχτο της παρούσας εγγύτητας. Πονά.
Η αγάπη και η ευτυχία, όταν εννοούν τον εαυτό τους, συνομιλούν απευθείας με την άβυσσο. Αν δεν καταφέρνεις να τις βιώνεις με αποστασιοποιητικά τρικ και διαμεσολαβητικά φίλτρα, παύεις να είσαι άνθρωπος και γίνεσαι στοιχειό. Αν δεν θες να εκραγεί ο εγκέφαλός σου από την πλήρη συνειδητοποίηση και το είναι σου από το πλήρες συναίσθημα, ψάχνεις από κάπου να κρατηθείς για να παραμείνεις άνθρωπος: προσποιείσαι τον ημίνεκρο, λες ότι αυτά συμβαίνουν στο μακρινό αλλά οικείο όνειρο κάποιου άλλου που είσαι και δεν είσαι εσύ, γράφεις λεξούλες για να πετύχεις την έκπτωση και τον εκφυλισμό αυτού που συμβαίνει, μήπως και το αχνότατο ξεθώριασμά του που θα απομείνει καταγραμμένο είναι κάτι που αντέχεται, καθώς ο λόγος δεν συνομίλησε ποτέ με την άβυσσο, ο λόγος είναι η καθήλωση στο εδώ και το τώρα, ο λόγος κατασκευάζοντας λέξεις και έννοιες όπως το εδώ και το τώρα, προσπαθεί να σε πείσει ότι το εδώ και το τώρα αφού κατονομάστηκαν υπάρχουν κιόλας. Ενώ όταν ο γιος σου κυνηγούσε περιστέρια ήξερες ότι αυτό που συμβαίνει δεν συμβαίνει εδώ και τώρα, ήξερε ότι αυτό που νιώθεις δεν το νιώθεις εδώ και τώρα, ήξερες ότι αυτή η έκσταση ανάγεται εξαρχής στο σαν σήμερα.

Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 30, 2016

Ονειρεύτηκα τους φίλους μου

Αν ο χωρισμός, ο αποχωρισμός και το πένθος είναι εγγεγραμμένα στην κανονικότητα των ερωτικών σχέσεων ως μια διόλου απίθανη εξέλιξή τους, οι φιλικές σχέσεις υποτίθεται ότι λειτουργούν αλλιώς: τις φιλίες είναι πολύ λιγότερο πιθανό να τις χαλάσεις, πολύ λιγότερο πιθανό να τις πενθήσεις. Για τον έρωτα, και όχι για τη φιλία, λένε ότι δεν διαρκεί για πάντα. Η φιλία τρυπώνει μέσα σου πολύ πιο ύπουλα από τον έρωτα. Και σε αντίθεση με αυτόν η ύπαρξή της δεν διακηρύσσεται· απλά συνειδητοποιείται. Κι άπαξ και εγκατασταθεί μέσα σου, μετά θεωρείς ότι πολύ δύσκολα θα κλονιστεί. Όντας δε απείρως λιγότερο κτητική, ιδιοκτησιακή και ενοχική, ενέχει στη φύση της το αντίστοιχο μιας πολυγαμικότητας, το οποίο δεν σκανδαλίζει κανέναν. Είναι απόλυτα οκ να είσαι «πολυφιλικός», δύσκολα θα βρεθεί άλλος φίλος να πει γιατί έκανες φίλο κι αυτόν τον τσούλο και τι του βρίσκεις και δεν σε καλύπτει η δική μου φιλία πια; Στη φιλία υπάρχει πάντα χώρος για έναν ακόμα. Υπάρχει αντίθετα πολύ λιγότερος χώρος για προστριβές, παρεξηγήσεις, τσακωμούς. Το διακύβευμα σε σχέση με τον έρωτα είναι εξαρχής τελείως διαφορετικό. Aκόμη και με τον πιο στενό σου φίλο δεν θα πείτε ποτέ ότι εσύ κι εγώ είμαστε ένα. Και αφού είστε πάντα δύο, παραμένετε δύο αυτεξούσιοι δύο, δύο δύο που έχετε πολύ λιγότερα θέματα να ρυθμίσετε, να κανονίσετε, να συμβιβάσετε, να καταπιέσετε, προκειμένου να επιτευχθεί η κοινή σας πορεία ως ένας. Οι πορείες σας μπορεί να παραμένουν ανεξάρτητες, παράλληλες, ή ακόμη και εντελώς διαφορετικές. Αλλά το ότι η φιλία στήνεται σε ένα υπόβαθρο ευρυχωρίας, δεν σημαίνει ότι στήνεται και σε ένα υπόβαθρο πλήρους αδιαφορίας για το τι και το πώς του άλλου. Όλα έχουν ένα σημείο αντοχής και θραύσης. Απλά το να το φτάνεις και να το ξεπερνάς συμβαίνει σπανίως.
Και τότε σε πονάει. Και τότε ονειρεύεσαι τους φίλους σου. Και στο όνειρο που γεννά η πληγή, πρωταγωνιστεί η πρόσκαιρή ίασή της: για όσο διαρκέσει, παρούσα είναι μόνο η χάρη της αγάπης μεταξύ φίλων.

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 19, 2016

Report

Aυτό που πρέσβευε ο ΣΥΡΙΖΑ και αυτό στο οποίο μεταλλάχθηκε και μεταλλάσσεται - και αυτό που πρέσβευε το Unfollow και αυτό στο οποίο μεταλλάχθηκε και μεταλλάσσεται: δεν πρόκειται για ακριβώς το ίδιο φαινόμενο, πρόκειται όμως σίγουρα για αρκετά συγγενικές καταστάσεις κι εξίσου σίγουρα μαρτυρούν ένα πρόβλημα θεμελιακό για κάθε είδους συλλογική αριστερή πορεία, όχι μόνο σε σύγκρουση με έναν κόσμο που λειτουργεί δεξιά, αλλά και ένα πρόβλημα θεμελιακό για κάθε είδους συλλογική αριστερή πορεία όταν συγκρούεται με τον εαυτό του καθενός μας, που μπορεί να σκέφτεται και να μιλάει αριστερά, μα στα οριακά ζητήματα που τον αφορούν προσωπικά λειτουργεί δεξιά.
Παράγουμε περισσότερο αυτοεξευτελισμό από ό,τι μπορούμε να καταναλώσουμε, μας ισοπεδώνει η τόση πολλή αυτοακύρωση και η τόση πολλή ανακολουθία και το τόσο μεγάλο πούλημα τρέλας και ο τόσος μεγάλος κυνισμός. 
Είναι άλλο να χάνεις και είναι άλλο να ξεφτιλίζεσαι και μαζί να ξεφτιλίζεις όλα όσα φώναξες με πάθος, εξαργυρώνοντάς τα για να βρεθείς στην ακριβώς απέναντι θέση, την θέση που πολέμησες με λύσσα, μέχρι να αποκτήσεις δια της λυσσασμένης φωνής σου τη δυνατότητα να απολαύσεις και αυτήν και τα πολλαπλά της ωφέλη.

Τετάρτη, Αυγούστου 24, 2016

Ευθεία, πλάγια ή μπουσουλητά


Μερικές σκέψεις μετά το τέλος των Ολυμπιακών του Ρίο:
1) Παλιότερα, η παράλληλη πραγματικότητα της κάθε μεγάλης αθλητικής διοργάνωσης ήταν -για μένα τουλάχιστον- αδιαμφισβήτητη και αυτάρκης. Τα τελευταία χρόνια καθίσταται ολοένα και δυσκολότερο -για μένα τουλάχιστον- το να αποσπώ το τι συμβαίνει στην μια ή την άλλη μεγάλη αθλητική διοργάνωση από το τι συμβαίνει στον κόσμο στον οποίο διεξάγονται. Παραταύτα, κι ενώ μέχρι να αρχίσει η κάθε διοργάνωση η εστίαση είναι σε μεγάλο βαθμό στην υποψία ότι αυτή τη φορά το αθλητικό σόου δεν θα συνεχιστεί, ότι αυτή τη φορά το αθλητικό σόου θα τρακάρει με την πραγματικότητα και θα στραπατσαριστεί, οι σοουάρχες κατορθώνουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να πηγαίνουν το προϊόν τους ως τέλος του και μάλιστα σταδιακά και προϊούσης της κάθε διοργάνωσης να εγκαθιστούν ξανά για λίγο αυτή την αδιαμφισβήτητη παράλληλη πραγματικότητα. 
///
2) Η πραγματικότητα αυτή κουβαλάει μαζί το δικό της μύθο, το δικό της παραμύθιασμα, τις δικές της συγκινήσεις. Προσωπικά λοιπόν, η κατηγορία των σχολιαστών που με στραβώνει περισσότερο από όλες δεν είναι αυτή που καταδεικνύει, οσοδήποτε σκληρά, τα μύρια όσα κακώς κείμενα του επαγγελματικού αθλητικού θεάματος, αλλά αυτή που με έναν ελιτίστικο τρόπο προσπαθεί να αποδομήσει την ίδια την έννοια του αθλητισμού, του πρωταθλητισμού και του αθλητικού κατορθώματος. Δεν υπάρχουν υποχρεωτικές συγκινήσεις, ο καθένας συγκινείται με αυτά που τον συγκινούν. Ίσως λοιπόν είναι καλύτερα να αφήνουμε ήσυχες τις συγκινήσεις που δε μπορούμε να νιώσουμε και να ασχολούμαστε με εκείνες που γεμίζουν εμάς τους ίδιους.
///
3) Οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν τις ζωές τους κατακερματισμένα. Ο χρόνος είναι πολύ ρευστή έννοια και κυρίως σε μεγάλο ποσοστό δεν συνδέεται με συγκεκριμένους στόχους. Όνειρα κι ονειροπολήσεις ναι, σωρό, οι εντελώς συγκεκριμένοι στόχοι όμως είναι άλλο πράγμα. Δεν αναφέρομαι προφανώς σε όλους. Υπάρχει και ένα σημαντικό ποσοστό ανθρώπων που ζει έχοντας επίγνωση ότι τα χρόνια δεν περνάνε για να περνάνε, ότι εντός ενός δεδομένου ορίζοντα θέλουν να έχουν φτάσει εκεί και να έχουν πετύχει αυτό. Και μια τέτοια αντιμετώπιση του χρόνου και της ζωής θέλει πειθαρχία, θυσίες, πρόγραμμα. Ναι, δεν χρειάζεται να είναι κανείς αθλητής για να ζει έτσι. Οι αθλητές όμως για όσο διαρκεί η καριέρα τους έτσι ζουν: στοχοπροσηλωμένα και όχι χύμα. Αυτή η διάκριση δεν έχει να κάνει με το ποιός ζει πιο ζόρικα. Ένας άνθρωπος που τρώει όλη του την μέρα δουλεύοντας και τρέχοντας σε διαφόρων λογιών υποχρεώσεις μπορεί να ζει πιο ζόρικα και από τον πιο σκληρά γυμναζόμενο αθλητή.
///
4) Το να γυρνάει λοιπόν όλη η ζωή σου γύρω από μια συγκεκριμένη εκγύμναση ενός συγκεκριμένου αθλήματος: όχι το πιο ζόρικο πράγμα στον κόσμο, αλλά ούτε και κάτι που μπορεί να δει κάποιος που είναι απ' έξω με υπεροψία. Κι είναι ωραία σύμπτωση ότι ο Έλληνας αθλητής που κέρδισε όντας αδιαφιλονίκητα καλύτερος από όλους τους υπόλοιπους αθλητές του αγωνίσματός του, ο Λευτέρης Πετρούνιας, για ένα διάστημα στην εφηβεία του δεν την πάλεψε άλλο και σταμάτησε να ζει σαν αθλητής για να ζήσει λίγο χύμα. Κι ίσως όταν επέστρεψε στα γυμναστήρια, ο χρόνος της ελευθερίας που είχε κερδίσει να του έδωσε τέτοια ψυχική ώθηση ώστε να αφοσιωθεί απερίσπαστος στο κυνήγι της υπεροχής.
///
5) Η υπεροχή της Κατερίνας Στεφανίδη δεν είναι αντίστοιχα αδιαφιλονίκητη. Είναι όμως αδιαφιλονίκητο ότι είναι μια από τις καλύτερες στο αγώνισμά της. Και μετάλλια σαν και το δικό της δείχνουν ότι η δήθεν προχωρημένη λαϊκή σοφία «ε, αφού όλοι ντοπάρονται» που συνόδευε χρυσά σαν αυτό της Χαλκιά, δεν έκανε τίποτα άλλο από το να εξισώνει αθλητές κομήτες με εξωπραγματικές χρονιές, με αθλητές που η πορεία τους είναι σταθερή, συνεπής, νορμάλ, πραγματική. Ακόμη κι αν όλοι ντοπάρονται, εγώ θα είμαι με το ντοπαρισμένο χρυσό που έχει στην πορεία των χρόνων μια εξέλιξη ανθρώπινη και κατανοητή, όχι με περιπτώσεις που καταργούν ό,τι ξέρει κανείς για τον αθλητισμό. 
///
6) Την επόμενη του δεκαπενταύγουστου γυρνούσα στην Αθήνα από την Ήπειρο. Άκουγα στο ραδιόφωνο την κούρσα του Γιαννιώτη. Δεν την μετέδιδαν ολόκληρη γιατί κρατούσε και δυο ώρες, είχαν όμως συχνότατη μετάδοση πληροφοριών. Στην αρχή έλεγαν για έναν Αυστραλό νομίζω που είχε ξεφύγει πάρα πολύ. Κάποια στιγμή αυτός δεν άντεξε. Μετά λέει ήταν όλοι μαζί και κάπου μαζί τους ήταν κι ο Γιαννιώτης. Όταν οδηγείς πολλές ώρες μπορείς ίσως να σκεφτείς περισσότερο κάποιον που την ίδια ώρα κολυμπά ασταμάτητα. Κι όταν άρχισαν να φτάνουν στην τελική ευθεία, ο σπίκερ δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ποιός είναι αυτός με το άσπρο σκουφάκι. Βλέπω κάποιον με άσπρο σκουφάκι έλεγε, είναι ή δεν είναι ο Γιαννιώτης; Και μετά άρχισε να ουρλιάζει ότι είναι ο Γιαννιώτης. Και ναι, εκείνη την ώρα που οδηγείς κι από την μια βλέπεις θάλασσα κι από την άλλη βουνά, φτιάχνεις την εικόνα στο μυαλό σου και θες - δεν θες ανατριχιάζεις. Και ο σπίκερ φώναζε πως ήταν πρώτος, ήταν πρώτος, ήταν πρώτος. Μέχρι που ήρθε δεύτερος. Και είναι ο ορισμός της χολιγουντιανής ταινίας όλο αυτό, από το μετάλλιο που έχασε στο τσακ στο Λονδίνο, ως το ότι ήταν 36 χρονών και οι άλλοι εικοσικάτι, κι ως τον τρόπο που τελικά έχασε. Και μετά τον ακούς στο ραδιόφωνο να μιλάει. Να λέει ότι στην τελική ευθεία έκλεισε τα μάτια και πήγαινε. Ότι δεν άντεχε τον πόνο και πήγαινε με τα μάτια κλειστά, δίνοντας όχι ό,τι είχε, αλλά κι από αυτά που δεν είχε. Κι όταν μετά βλέπεις και στην τηλεόραση την κούρσα, όταν βλέπεις πώς φεύγει ένα σώμα μπροστά στην ευθεία, ξέρεις ότι όσο υπάρχουν άνθρωποι θα υπάρχει αθλητισμός και αθλητικά κατορθώματα και αθλητικοί μύθοι και αθλητικοί συγκλονισμοί.
///
7) Κι όταν βλέπεις τον Μο Φάρα να κερδίζει ακόμη κι όταν πέφτει κάτω στα δέκα χιλιόμετρα και να μην αφήνει τον άλλο να τον περάσει στο πεντάρι διακόσια μέτρα πριν το φίνις, σπριντάροντας περισσότερο στο δικό του σπριντ, εξηγώντας μας για μια ακόμη φορά ότι τις νίκες τις παίρνει ο νικητής κι αυτός που σπάει το πνεύμα των άλλων, καταλαβαίνεις πως αν και όταν τον πιάσουν κι αυτόν ντοπαρισμένο, θα σε νοιάζει λιγότερο ακόμη και κηροζίνη να έκαιγε, γιατί ό,τι κι αν καίει, καίει κάτι κι η ψυχή του, κάτι μεταδοτικό.
///
8) Κι όταν στον Μαραθώνιο πανηγυρίζει ο 88ος, πανηγυρίζει κι ο 89ος, κι όταν ο 137ος τερματίζει με πλάγια βήματα κι ο 135ος με κουτσό, ξέρεις ότι ναι, όλοι αγωνίζονται για να νικήσουν, αλλά ακόμη περισσότερο όλοι αγωνίζονται για να αγωνιστούν, ότι και να καταργηθεί τελείως ο επαγγελματικός αθλητισμός, οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να τρέχουν Μαραθώνιους, με στόχο να αντέξουν, να μην ηττηθούν από το σώμα τους, να βάλουν το μυαλό τους σε ένα χώρο αδιανόητης μυθοποίησης του ποιος είμαι και τι κάνω τώρα, του ποιό νόημα έχει αυτό που κάνω,  όπου το σώμα θα υποφέρει μεν, θα συνεχίζει δε, ευθεία, πλάγια ή μπουσουλητά.
Ως το τέλος

Κυριακή, Ιουλίου 24, 2016

Όλα όσα πέρασα απόψε


Είναι με το όπλο του στην ταράτσα και τον βρίζουν, τον λένε γαμημένο ξένο, τον λένε γαμημένο Τούρκο κι αυτός τους απαντά ότι είναι Γερμανός.
Είναι θύμα του, είναι νεκρός, έμενε στο Μόναχο, πώς είναι σωστότερο να τον πούμε, Έλληνα πολίτη, σκέτο Έλληνα, μουσουλμάνο Έλληνα, μειονοτικό, γαμημένο Τούρκο, γαμημένο Γερμανό;
---
Είναι με το όπλο του στο δρόμο και πυροβολεί και σκοτώνει νέους ανθρώπους. Την ώρα που τους πυροβολεί και τους σκοτώνει αυτοί είναι το φόντο της δικής του ιστορίας. Στο κέντρο της ιστορίας τους είναι ο ίδιος: έχει αποφασίσει να γίνει μαζικός εκτελεστής, σήμερα η ζωή του μάλλον θα τελειώσει, δεν βλέπει τίποτα άλλο, δεν βλέπει τους ανθρώπους που εκτελεί στα αλήθεια, ο μόνος που βασικά βλέπει είναι ο ίδιος και όλα όσα τον έφεραν σε αυτή την τραγική μέρα, σε αυτή την μέρα που η ζωή του θα τελειώσει.
Είναι ο επικεφαλής της αστυνομίας της περιοχής. Ανάμεσα στα όσα λέει στη συνέντευξη Τύπου για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα τις προηγούμενες ώρες, του φαίνεται φυσιολογικό να πει και ότι στην μακρόχρονη καριέρα του και πολύ περισσότερο στη θητεία του στη θέση αυτή, μέρα σαν την σημερινή δεν ξανάζησε. Την ώρα που το αναφέρει αποκαλύπτει άθελα του ότι οι νεκροί και οι τραυματίες είναι στο φόντο της δικής του ιστορίας. Στο κέντρο της ιστορίας του είναι ο ίδιος: του έλαχε μια εξαιρετικά δύσκολη περίπτωση που χρειάστηκε να πάρει ένα σωρό αποφάσεις στη στιγμή και να αξιολογήσει αντικρουόμενες πληροφορίες, μέχρι να δοθεί ένα τέλος τα είδε όλα κωλυόμενα, ο μόνος που βασικά βλέπει είναι ο ίδιος και όλα όσα απροσδόκητα χρειάστηκε να περάσει σε αυτή την τραγική μέρα, σε αυτή την μέρα που δεν θα τη ξεχάσει στην υπόλοιπη ζωή του και θα τη διηγείται με δέος και συγκίνηση, ακόμη και με απρόσκλητη νοσταλγία.
---
Είμαστε εμείς ως σχολιαστές των νεκρών του Μονάχου και των νεκρών της Καμπούλ. Όποια, μα όποια, μα όποια θέση κι αν πάρουμε, συγκριτική ή μη συγκριτική, θα είναι μια πολιτική θέση. Δεν υπάρχουν μη πολιτικές θέσεις όσο υπάρχουν εκ των πραγμάτων δυο κατηγοριών κόσμοι, δυο κατηγοριών ζωές, δυο κατηγοριών θάνατοι.
---

Είμαστε εμείς που δεν συνειδητοποιούμε τι δώρο μεγάλο είναι να μην ακροβατήσαμε ποτέ μεταξύ περισσότερων ταυτοτήτων, που δεν ήμασταν ποτέ μετανάστες τάδε γενιάς, ή μειονότητες, ή οτιδήποτε, που η ταυτότητά μας είναι χαραγμένη σε πλάκα: Έλληνας εκατόν πενήντα τοις εκατό, αν όχι Χριστιανός Ορθόδοξος πάντως σε καμία περίπτωση διεκδικούμενος λόγω παράδοσης από κάποια άλλη θρησκεία, ετεροφυλόφιλος.
Γιατί όταν ακόμα και εμείς με τις αεροστεγείς ταυτότητες χάνουμε το πάτημα μας στον κόσμο και ψάχνουμε να βρούμε ποιοί είμαστε, μπορεί κανείς πολύ πιο εύκολα να φανταστεί πώς είναι να είσαι γαμημένος ξένος στα μάτια οποιουδήποτε γαμημένα γηγενή, γαμημένα άπιστος στα μάτια οποιουδήποτε πιστού, γαμημένα πούστης στα μάτια οποιουδήποτε κανονικού.

Σάββατο, Ιουλίου 02, 2016

Έντεκα σκέψεις, ένα χρόνο μετά.

1) Αν μπορεί να πει κανείς κάτι με σιγουριά για το δημοψήφισμα, είναι ότι δεν χρειαζόμαστε την πρώτη επέτειό του για να το επαναφέρουμε στην μνήμη μας, το δημόσιο διάλογο και τις ιδιωτικές συζητήσεις μας. Ένα χρόνο τώρα, το δημοψήφισμα είναι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο διαρκώς παρόν.
---
2) Διαρκώς παρόν βασικά ως διαρκής πληγή, αλλά γιατί; Επειδή ήταν «καταστροφικό»; Επειδή ήταν «διχαστικό»; Επειδή «προδόθηκε» το αποτέλεσμά του; Νομίζω πως ενώ και τα τρία ισχύουν ως ένα βαθμό (και όχι απόλυτα, εξού και τα εισαγωγικά), τίποτα από τα τρία δεν μπορεί να αντισταθμίσει το ότι τελικά ήταν, είναι και θα είναι ένα όχι αρνητικό ορόσημο στη σύγχρονη Ιστορία της χώρας, αλλά αντίθετα μια στιγμή κάθαρσης και λύτρωσης.
--- 
3) Γιατί όμως δεν αποτελεί ικανό αντιστάθμισμα το ότι ήταν «καταστροφικό»; Επειδή τα όποια καταστροφικά αποτελέσματα επέφερε ήταν, στο σημείο που είχαμε φτάσει, αναγκαία, προκειμένου να καταδειχθεί αφενός η πλάνη της μειοψηφίας εκείνης που ακόμη θεωρούσε καλόπιστα ότι απέναντί μας έχουμε «εταίρους» οι οποίοι μας «βοηθούν» και αφετέρου η αυταπάτη ημών των υπολοίπων ότι αν υπήρχε μια κυβέρνηση της χώρας διατεθειμένη να πάει τα πράγματα ως τα άκρα και να διανοηθεί τη ρήξη, στο τέλος η απέναντι πλευρά θα έκανε κάποιες αν όχι συγκλονιστικές πάντως αληθινές υποχωρήσεις. Ναι, έπρεπε να το μάθουμε, έπρεπε να πειστούμε. Και απέναντι στα πέντε κατάμαυρα χρόνια που είχαν προηγηθεί χρειαζόταν μια αντίστοιχης έντασης και δραματικότητας συγκρουσιακή στιγμή, ως αποκορύφωμα μιας πεντάμηνης διαπραγματευτικής σύγκρουσης. Χρειαζόμασταν να δούμε ακόμη και τις τράπεζες να κλείνουν για να το χωνέψουμε οριστικά πως δεν υπήρχε κανένα απολύτως περιθώριο να υποχωρήσουν (εν έτει 2015 αυτό, εν έτει 2010 και 2012 τα πράγματα πιθανόν να ήταν αρκετά διαφορετικά) και πως η μόνη επιλογή που μας απέμενε ήταν ποιο δρόμο συντριβής θα επιλέγαμε, ώστε να πληρώσουμε τις συνέπειες της ύβρεως μας να διεκδικήσουμε δημοκρατικά κάτι λιγότερο ασφυκτικό και ταπεινωτικό για τον τόπο μας και την κοινωνία του.
---
4) Γιατί όμως δεν αποτελεί ικανό αντιστάθμισμα το ότι ήταν «διχαστικό»; Επειδή το δημοψήφισμα δεν δημιούργησε την ακραία πόλωση, στην χειρότερη την επέτεινε, και εκείνο που κυρίως έκανε είναι να την αποκρυσταλλώσει, να την καθρεφτίσει και την αποτυπώσει, φέρνοντάς μας όλους ενώπιον μιας πολύ μεγάλης απόφασης από την οποία δεν μπορούσαμε πλέον να κρυφτούμε. Δεν μας χώρισε το δημοψήφισμα σε δυο μεριές. Και σε τόσο ακραίες περιόδους όπως η μνημονιακή δεν γίνεται να μη παίρνεις θέση και άρα τελικά να μη χωρίζεσαι. Είχαμε ήδη χωριστεί. Και σε μεγάλο βαθμό παραμένουμε. Οι αφροί που βγάζουν από το στόμα πολιτικοί, δημοσιογράφοι και πάσης φύσεως δημοσιολογούντες, παρότι ο Τσίπρας δεν μας έβγαλε από το ευρώ, παρότι τώρα εφαρμόζονται τα μνημόνια - ευλογία πιο βαθιά από ποτέ, είναι μια ακόμη αποδειξη. 
 ---
5) Γιατί όμως δεν αποτελεί ικανό αντιστάσθμισμα ότι το αποτέλεσμά του «προδόθηκε» μέσα σε μια εβδομάδα; Έπειδή ο Τσίπρας έλεγε και ξαναέλεγε και ξαναέλεγε τις μέρες πριν το δημοψήφισμα ότι θα φέρει συμφωνία σε 48 ώρες. Υπό αυτή την έννοια «το ΟΧΙ που έγινε ΝΑΙ» μπορεί να μην είναι το ψέμμα το απόλυτο, αλλά αν μη τι άλλο όσο ποσοστό αλήθειας έχει, τόσο έχει και ψέμματος. Κι επίσης, ναι, οι εκλογές του Σεπτέμβρη που ακολούθησαν έστειλαν εκείνους που αυτοαναγορεύτηκαν στους αυθεντικούς και αδούλωτους εκφραστές του ΟΧΙ εκτός Βουλής και τον Τσίπρα ξανά στην εξουσία. Aν μια διαφορά της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας από την άμεση είναι ότι η βασική λειτουργία των αντιπροσώπων που εκλέγεις είναι ακριβώς να σε προδίδουν, κάνοντας στην καλύτερη περίπτωση όχι ακριβώς αυτά που έλεγαν, πάρα πολύ συχνά δε και εντελώς διαφορετικά, εμείς επειδή είμαστε μερακλής λαός τα κάναμε ανάποδα: περίπου προδόθηκε απευθείας το αποτέλεσμα της άμεσης δημοκρατίας και περίπου στη συνέχεια νομιμοποιήθηκε αυτή η προδοσία δια των εκλογών της αντιπροσωπευτικής. 
 ---
6) Δεν ξέρω πόσο αμείλικτη θα υπάρξει η Ιστορία για αυτή την σχεδόν ολοκληρωτική μεταστροφή μιας κυβέρνησης που έχει την ταμπέλα και κουβαλά και το ιστορικό φορτίο της ριζοσπαστικής Αριστεράς, αλλά νομίζω πως θα αναγνωρίσει πάντως ότι προήλθε μετά από ήττα σε έναν πόλεμο, ότι συνθηκολόγησε ολοσχερώς και παραδόθηκε ολοσχερώς, αφού πρώτα δια του δημοψηφίσματος εξαντλήθηκε σχεδόν κάθε χιλιόμετρο του δύσκολου δρόμου. Αν είχε υπογραφεί μια συμφωνία χωρίς το «καταστροφικό» και «διχαστικό» δημοψήφισμα, δεν θα είχαμε ΟΧΙ που έγινε ΝΑΙ, αλλά κάτι χειρότερο, ένα ΝΑΙ χωρίς να έχουμε τολμήσει να αρθρώσουμε πρώτα το ξεκάθαρο ΟΧΙ.  Το να ερχόταν με κάποιου είδους συμφωνία χωρίς να έχει προηγηθεί κάτι τόσο δραματικό όσο το δημοψήφισμα και το κλείσιμο των τραπεζών, θα καταστούσε τον Τσίπρα πολύ περισσότερο «προδότη» και «απατεώνα» κι αυτό είναι το βασικό παράδοξο του δημοψηφίσματος: ότι ακόμη και η προδοσία του αποτελέσμάτος του θεωρήθηκε μάλλον τελικά λιγότερο προδοσία και λιγότερο απάτη από μια παράδοση σε προηγούμενο στάδιο.
--- 
7) Aλλά αν τα της προηγούμενης παραγράφου περιγράφουν το πόσο χρειαζόταν το δημοψήφισμα ο Τσίπρας, προφανώς το κρίσιμο είναι αν και πόσο το χρειαζόταν ο ελληνικός λαός. Το ΟΧΙ ακόμη και αν δεν σήμαινε πάμε τώρα να φύγουμε, σήμαινε πάτε τώρα να γαμηθείτε κι εσείς και τα μνημόνια σας και η ισοπέδωση που επιβάλατε. Και αυτό δεν παίρνεται πίσω, αυτό δεν μπορεί να ανακληθεί, αυτό καταγράφηκε και έμεινε, έμεινε όχι σε συνθήκες θερμοκηπίου αλλά με κλειστές τράπεζες, με απειλές χάους και ολικού αρμαγεδδώνα, έμεινε στην πιο δύσκολη και εντελώς αβέβαιη συγκυρία και έμεινε με ποσοστό συντριπτικό. Δεν δειλιάσαμε, δεν είπαμε να μην θυμώσουμε άλλο τους ισχυρούς. Τους φτύσαμε στα μούτρα. Εν γνώσει των συνεπειών του νόμου. Τις οποίες τώρα προφανώς υφιστάμεθα.  Η ισοπέδωση που βλέπουμε να βαθαίνει και που τώρα προσπαθούν να μας πείσουν τα ΜΜΕ ότι, όχι, δεν είναι μια μνημονιακή ισοπέδωση, ότι είναι κάτι διαφορετικό. Μπορεί το ερώτημα του δημοψηφίσματος να ήταν θολό, μπορεί τελικά ο εμπνευστής του να μπορούσε να χρησιμοποιήσει την απάντηση προς την μια ή την άλλη κατεύθυνση, αλλά η απάντηση ήταν ξεκάθαρη: δεν σας φοβόμαστε πια, είπαμε το ιστορικό ΟΧΙ στις πολιτικές που βίωσε η χώρα. 
 ---
8) Ναι αλλά τελικά μια βδομάδα μετά τι; Και δυο μήνες μετά στις κάλπες τι; Τελικά όλα αυτά οδήγησαν και σε μια Αριστερά συνθηκολογημένη και ολοένα και πιο απαξιωμένη και κυρίως στο βάθεμα και το πλάτεμα του μνημονιακού μοντέλου κοινωνίας: οι συντάξεις και οι μισθοί που ξανακόβονται, το ΕΚΑΣ που κόπηκε, οι κατασχέσεις λογαριασμών, οι ιδιωτικοποιήσεις και οι τραγελαφικές υπαναχωρήσεις, τα εργασιακά που έρχονται κλπ. Και η Αντιπολίτευση να κάνει με ζήλο τον δικηγόρο της κάθε Cosco. Kαι μετά ο Πρωθυπουργός μας να πηγαίνει περιχαρής στην Κίνα. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ο Αλέξης Τσίπρας περνάει πλέον πάρα πολύ καλά, ότι ζει κι αυτός και πάρα πολλοί από όσους επέλεξαν να μείνουν σε κεντρικό ρόλο δίπλα του το όνειρό τους. Και η μετάλλαξή τους είναι ακόμη στην αρχή, θα συνεχίζεται ακόμη για καιρό. Το αν είναι ακόμη κι έτσι προτιμότεροι από τους άλλους, είναι και δεν είναι το θέμα. Γιατί προφανώς και είναι προτιμότεροι, αλλά εξίσου προφανώς το να είναι οι πολιτικοί σου αντίπαλοι ακόμη πιο σιχαμένοι, μπορεί εσένα να σου αρκεί και περισσεύει γιατί ζεις την μυθάρα σου και την πολιτική ζωάρα σου, αλλά τις ζεις ως επικεφαλής προτεκτοράτου κι αντί να ντρέπεσαι βαθιά το απολαμβάνεις κιόλας και αυτό είναι όνειδος.   
---
9) Και φεύγοντας από τα επετειακά και πηγαίνοντας στην μεγαλύτερη εικόνα, τρία πράγματα που νομίζω ότι ισχύουν ταυτόχρονα και που μόνο αν παραδεχθούμε ότι ισχύουν ταυτόχρονα μπορούμε να οδηγηθούμε κάπου:
- ανεξάρτητα από τα ειδικότερα αίτιά της, η χρεοκοπία προηγήθηκε των μνημονίων 
- τα μνημόνια διέλυσαν και συνεχίζουν να διαλύουν τη χώρα
- εκτός του μνημονιακού καθεστώτος, οι αυστηρά οικονομικές συνέπειες θα ήταν στην αρχή τουλάχιστον ακόμη χειρότερες.
 ---
10) Για μένα, και το έχω πει και άλλες φορές, η πολιτική εναλλακτική στην παρούσα συγκυρία, θα ήταν η παρουσίαση ενός σεναρίου όχι γενικόλογου, όχι θολού, όχι του στυλ θα δούμε, αλλά με συγκεκριμένες παραδοχές: ότι αν τα σπάσουμε με τους δανειστές, οικονομικά τα πράγματα θα πάνε τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια ακόμη χειρότερα από τώρα, έως και πάρα πολύ χειρότερα. Θέλω αυτή την υπόσχεση αίματος, δακρύων και ιδρώτα, θέλω να ξέρω ότι έχω αυτή την εναλλακτική και αν τη βρω πολύ πιθανόν να την υποστηρίξω κιόλας, γιατί τα μνημόνια ξέρω να τα καταγγέλλω και να τα αποστρέφομαι και μόνος μου, να βάζω πολιτικούς νταβατζήδες στο κεφάλι μου να το κάνουν και να μην λένε έξω από αυτό τι έχει δεν θέλω πια. 
 ---
11) Αν και όταν είναι να αλλάξει από μόνο του το οικοδόμημα το ευρωπαϊκό, θα αλλάξει και ό,τι απόφαση πάρει για το μέλλον σου θα την πάρει και εσύ θα ακολουθήσεις την πορεία σου, όσο μέσα κι αν έχεις προσπαθήσει να μείνεις ως τότε. Γιατί έτσι έκαναν και θα κάνουν οι δυνατοί. Στους οποίους όμως πριν ένα χρόνο είπες με συντριπτικό ποσοστό ΟΧΙ. Κι αυτό δεν μπορεί να στο πάρει κανείς πίσω. 

Κυριακή, Ιουνίου 12, 2016

Άσφαλτος και ασφάλεια

Eίναι αυτό το, δεν ξέρω τι ακριβώς είναι, αυτό το υψωματάκι, αυτή η μικρή πλαγιά κοντά στο ρέμα, που κάναμε να την ψευτοπερπατήσουμε λίγο με τον γιο μου τα προηγούμενα χρόνια, κάναμε πέντε βήματα και χαιρόμασταν, και έφτανε, και ήταν αρκετά, 
αυτό το υψωματάκι που πήγαμε και προχθές και αυτός συνέχιζε να ανεβαίνει και εγώ φυσικά φοβόμουν, αλλά αυτός συνέχιζε, κι εγώ ακολουθούσα από πίσω του, κι όλο στεκόμουν, κι όλο στεκόταν και με περίμενε κι αυτός
και ήξερα πόσο πολύ λάθος είναι αυτό που κάνουμε, ήξερα, τους ήξερα τους κινδύνους, αυτός όμως όχι, από κινδύνους δεν σκάμπαζε, από κινδύνους δεν ένιωθε, δεν είναι άλλωστε χαρακτηριστικό γνώρισμα των παιδιών η άγνοια κινδύνου (;),
όχι όλων των παιδιών όμως, σε διαβεβαιώ όχι όλων, μερικά παιδιά έμαθαν το μάθημά τους εγκαίρως και φοβήθηκαν επαρκώς για όλη την υπόλοιπη ζωή τους, τόσο επαρκώς ώστε αφελώς θεωρούσαν ότι θα έφτανε ο φόβος τους και για την ζωή των απογόνων τους, ότι θα τους μεταδιδόταν το δίχως άλλο γονιδιακά και αδιαπραγμάτευτα,
αλλά η πραγματικότητα τους διαψεύδει κι έτσι είναι τώρα στην μέση της μικρής, ελάχιστης πλαγιάς που γλιστράει όλο και περισσότερο και γίνεται όλο και περισσότερο απότομη, που σαφώς έχει έρθει η ώρα να σταματήσουν και να την κατέβουν, γιατί ο κίνδυνος είναι εκεί, παρών, χαμογελώντας με δόντια που αστράφτουν,
είναι όμως ήδη τόσο παρών που για να αποφευχθεί, ο πατέρας θα πρέπει να κάνει κάτι εξίσου τρομακτικό με το να πέσει και να χτυπήσει, ο πατέρας δηλαδή θα πρέπει να λερωθεί, κι όλοι ξέρουν ότι δεν ήρθαμε σε αυτή τη ζωή για να λερωθούμε, κι όλοι ξέρουν ότι το βασικό ιδανικό της ζωής είναι να παραμείνουμε στειρωμένα καθαροί, κι όλοι ξέρουν ότι το βασικό ιδανικό της ζωής είναι να αγγίξουμε όσο το δυνατόν λιγότερο και να αγγιχθούμε όσο το δυνατόν λιγότερο, καθώς τα μικρόβια καιροφυλακτούν και παιδικός του θεός, και θεός που σε αντίθεση με τους υπόλοιπους δεν θα απαρνηθεί ποτέ, υπήρξε το σαπούνι,
όμως τώρα,
αν δεν ακουμπήσει θα γλιστρήσει, αν δεν λερωθεί θα πέσει, αν δεν αγγίξει θα χτυπήσει,
έτσι κάνει το αδιανόητο, πιάνοντας με τις παλάμες το χώμα, πρώτα οι παλάμες, μετά τα γόνατα της φόρμας, τώρα είναι σχεδόν στα τέσσερα, αλλά έχοντας ήδη λερωθεί και με το ένα κακό ήδη συντελεσμένο, τον ένα κίνδυνο ήδη πραγματοποιηένο, έχει να αντιμετωπίσει μόνο τον άλλο,
κι ο γιος του συνεχίζει σαν να είναι το πιο απλό πράγμα στον κόσμο, πιάνεται από δέντρα και κλαδιά, γλιστράει αλλά δεν χάνει την ψυχραιμία του, εμψυχώνει τον πατέρα του, λέγοντάς του να συνεχίσει να ανεβαίνει, 
είναι ήδη μια τρέλα όλο αυτό, είναι απόλυτα σαφές, γιατί άντε και ανέβηκαν ως εκεί, μετά πώς θα κατέβουν αν όχι κουτρουβαλώντας, είναι τόσο πολύ ανεύθυνο αυτό που έχει κάνει, καθώς προσπαθεί ήδη να προεξοφλήσει στο μυαλό του το χειρότερο σενάριο, θα είναι άραγε μόνο γρατζουνιές και ματωμένα γόνατα ή και κάτι χειρότερο (;), προσπαθώντας να αποδείξει τι στον εαυτό του έχει αφήσει ένα μικρό παιδί να εκτίθεται σε τέτοιο κίνδυνο (;), τι κερδίζει κανείς ρισκάροντας χωρίς λόγο, τι κερδίζει κανείς αφήνοντας τα ασφαλή εδάφη, πόση ανευθυνότητα πατρική εξαιτίας απωθημένων παιδικών, 
είναι ήδη μια τρέλα, αλλά είναι ήδη και μερικά μέτρα κοντά στην «κορυφή», αλλά ακόμη και τώρα λέει του γιου του φτάνει, όχι άλλο, όχι τόσο ψηλά, μην το διακινδυνεύσουν κι άλλο, κι εδώ που έφτασαν λίγο δεν είναι, εκείνος όμως επιμένει κι αφού επιμένει παίρνει κουράγιο κι ο πατέρας και να που τελικά ανεβαίνουν
και βλέπει με έκπληξη ότι στην κορυφή που δεν μπορούσαν να δουν και δεν ήξεραν τι είχε, δεν υπάρχει κάποιο τροπικό δάσος, αλλά πολιτισμός και άσφαλτος και ασφάλεια, ασφάλεια ξανά, και λύτρωση και σωτηρία και δεν χρειάζεται να κατέβουν αυτή την φυσική τσουλήθρα, όχι, έχουν ήδη σωθεί, είναι ήδη ασφαλείς, όχι επειδή έκαναν τη συνετή επιλογή στου πρανούς τα μισά, η συνετή επιλογή θα ήταν και η επικίνδυνη, είναι ασφαλείς επειδή κάποιος είχε το θάρρος να ανέβει ως το τέλος του δρόμου, είναι ασφαλείς επειδή κάποιος δεν φοβήθηκε και κοίταζε προς τα πάνω αντί προς τα κάτω και αντί να γεμίζει το μυαλό του με κινδύνους, πτώσεις και καταστροφές το γέμιζε με την προσδοκία πως θα τα καταφέρω
και αντί να φοβάμαι, εγώ θα ζω.

Δευτέρα, Ιουνίου 06, 2016

Σαν το σκυλί


Αν ο βασικός σκοπός κάθε αξιολόγησης δεν είναι να κλείνει, αλλά ακριβώς να μην κλείνει, αν δηλαδή αξιολόγηση είναι αυτή ακριβώς η διαδικασία που εγκαθιδρύεται προκειμένου να παραμένει αενάως εκκρεμής κι όταν εν πάση περιπτώσει κάπου, κάπως, κάποτε τελειώνει τυπικά, είναι μόνο και μόνο επειδή έχει ήδη ξεκινήσει η επόμενη, βασικός σκοπός της οποίας δεν είναι να κλείσει, αλλά ακριβώς να μην κλείσει, αν δηλαδή αξιολόγηση είναι αυτή ακριβώς η διαδικασία που εγκαθιδρύεται προκειμένου να παραμένει αενάως εκκρεμής, μέχρις ότου το πέρας ή το μη πέρας του προηγουμένου κύκλου αξιολογήσεων να οδηγήσει αφεύκτως στις επόμενες συμφωνίες, οι οποίες θα περιλαμβάνουν με τη σειρά τους μια σειρά αξιολογήσεων, βασικός σκοπός των οποίων δεν είναι κλείσουν, αλλά ακριβώς να μην κλείσουν, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα έρθει παραταύτα κάπου, κάπως, κάποτε μια στιγμή που ό,τι ήταν να κερδηθεί από αυτό το παιχνίδι θα έχει κερδηθεί, ό,τι ήταν να πουληθεί θα έχει πουληθεί, ό,τι ήταν που τους ενδιέφερε να αλλάξουν θα το έχουν αλλάξει.
Ισοπεδωθήκαμε. 
Κι ένα προτεκτοράτο πρωτοφανούς προτεκτορατοσύνης, να του λένε αν θες να σου δώσουμε τα λεφτά, πούλα πρώτα το Ελληνικό στον Λάτση. Και θα το πουλήσει φυσικά. Τι άλλο να κάνει; Και σε αυτό που θα φτιάξει ο Λάτσης θα πηγαίνουμε σε κάποια χρόνια και θα περνάμε ωραία και θα αναρωτιόμασταν γιατί αντισταθήκαμε τόσο στην ανάπτυξη, την ευημερία, το νου το κοινό.  Όπως κάνουμε και με το Mall δηλαδή.
Οι περισσότεροι από εμάς ούτως ή άλλως επιβίωσαν, οι περισσότεροι από εμάς και πάλι ούτως ή άλλως θα επιβιώσουν.
Πρέπει να διατηρείται αυτή η αναλογία, γιατί αν γίνουν περισσότεροι οι μη επιβιώνοντες, δεν θα έχουν πια να χάσουν και στα αλήθεια τίποτα.
Άσε που αρκετοί από εμάς δεν επιβιώνουν μόνο, εξακολουθούν και περνούν και καλά.
Όπως λέει κι ο Louis CK: «Έχω επιτέλους το σώμα που λαχταρούσα. Δεν είναι τόσο δύσκολο. Το μόνο που χρειάζεται είναι να λαχταράς ένα πατσαβουρέ σώμα». Για αυτό τουλάχιστον στην αναθεώρηση του Συντάγματος που βάζει μπρος η Αριστερά μας, ας αποκτήσουμε επιτέλους κι ένα Σύνταγμα ανάλογο του καθεστώτος που διαλέξαμε να υπηρετήσουμε, ας επανασυμφιλιώσουμε την πραγματικότητα με το Σύνταγμά μας, ας φτιάξουμε ένα Σύνταγμα προτεκτοράτου κι ας αγαπήσουμε μία προς μία τις αναθεωρημένες πατσαβουρέ διατάξεις του, ώστε κανείς ποτέ ξανά να μην πει ότι το Σύνταγμα έχει γίνει πατσαβούρι κι η χώρα ξεσκιστήριο προς διεθνή παραδειγματισμό.

Δευτέρα, Μαΐου 30, 2016

Μεγάλο ειρωνικό συλλαλητήριο

Μη νομίζεις, δεν τα βάζω με το συγκεκριμένο συλλαλητήριο. Είναι μόνο η αφορμή. Γιατί μπορεί οι διοργανωτές του να το ονειρεύονται μεγάλο και ειρηνικό, πιστεύω ακράδαντα όμως πως ωρίμασαν όσο ποτέ οι συνθήκες για ένα μεγάλο ειρωνικό συλλαλητήριο. Να μαζευτούμε από την μια όσοι λέγαμε όσα λέγαμε τόσα χρόνια κι από την άλλη όσοι λέγατε όσα λέγατε τόσα χρόνια και να αρχίσουμε να ειρωνευόμαστε οι μεν τους δε, οι δε τους μεν, και όλοι μαζί τους εαυτούς μας, αντιπαραβάλλοντας αυτά που λέμε τώρα με εκείνα που λέγαμε ως τώρα. Και μετά τα δυο μας μπλόκα να ενωθούν και να πάμε να βρούμε όσους δεν έχουν αλλάξει ρούπι από τότε που γεννήθηκε ο χρόνος, παραμένοντας ακλόνητα σταθεροί στις απόψεις τους νομάτερ γουάτ. Αυτοί κι αν είναι για ειρωνεία, εκκλησία κλέβεις. Και τότε, πάνω που όλα θα πηγαίνουν καλά, να έρθουν να αμαυρώσουν το μεγάλο ειρωνικό μας συλλαλητήριο οι γνωστοί άγνωστοι που θα πετούν μολότωφ κυριολεξίας απαιτώντας ολική απελευθέρωση ανθρώπων και ζώων από τον πολιτισμό. Και κάπου εκεί θα αρχίσουν αναπόφευκτα τα επεισόδια, ενδεχομένως να δέρνουμε ο ένας τον άλλο, ενδεχομένως να αρχίσουμε να δέρνουμε εμάς τους ίδιους, πάντως όλους μαζί θα μας δέρνει η μαλακία. Ανηλεώς κι ακαταπαύστως. Και θα επέμβουν τότε τα ΜΑΤ πετώντας γελογόνα και θα γελάμε όλοι μαζί μέχρι δακρύων, σαν σε πολιτικό σκίτσο του Αρκά, σαν σε πολιτικό σχόλιο του Λαζόπουλου. Και τότε και μόνο τότε όλος ο λαός θα αφήσει τις εμφύλιες έριδε και όλος μαζί θα πάει να σηκώσει τη Βουλή στα χέρια, πετώντας την στον αέρα και ξαναπιάνοντας σαν να ήταν ο Ζιντάν και ο Ιτούδης εν μέσω όλε - όλε και παραληρήματος αποθεωτικού. Και στο τέλος θα την πάρει επ' ώμου να την τοποθετήσει αλλού, ίσως δίπλα στον Παρθενώνα, ίσως δίπλα στα γραφεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ίσως δίπλα στα ερειπωμένα γραφεία του Mega. Kαι δίπλα στον Άγνωστο Στρατιώτη ο τόπος θα ονομαστεί ground zero, μέχρι στη θέση του να δούμε τι θα στήσουμε, κάτι που θα προκύψει από μειοδοτικό διαγωνισμό, κάτι ξανά κοινοβουλευτικό ή κάτι ντιπ αντικοινοβουλευτικό, γιατί καιροφυλακτούνε κι οι φασίστες από την μια και οι σταλινικοί από την άλλη, η αστική δημοκρατία μας αντέχει μόνο όσο αντέχουν οι δανειστές της να τη στηρίζουν, καθώς αυτό το ανακούκουρκουδο που μας έχει κάνει όλους ανακόλουθους και γραφικούς έχει προκύψει επειδή φύγαμε και οι μεν και οι δε από τη φυσική μας θέση, η Δεξιά είναι για να εξουσιάζει και η Αριστερά για να τα βάζει με την εξουσία, αλλάξαμε τα ρούχα μας και μπλέξαμε τα μπούτια μας κι όλα ξανάγιναν ΠΑΣΟΚ κι όλα ξανάγιναν ΠΑΣΟΚ κι όλα ξανάγιναν ΠΑΣΟΚ.

Τρίτη, Μαΐου 17, 2016

Tράγοι κι Ολιγάρχες

Στον τελικό της ευρωλίγκας είδαμε το ίδιο ψυχόδραμα σε δυο διαφορετικές εκδοχές. Ο Γιαν Βέσελι εναντίον του εαυτού του και η ΤΣΣΚΑ εναντίον του εαυτού της. Ένας τόσο χαρισματικός παίκτης παθαίνει ολοκληρωτικό μπλακ άουτ μπροστά στη γραμμή των ελευθέρων βολών και χάνει εννέα βολές σερί, βάζοντας μόνο τη δέκατη. Τα ποσοστά του ήταν άθλια στις βολές φέτος, αλλά για να χάσεις εννέα βολές σερί όντας επαγγελματίας παίκτης πρώτου επιπέδου, πρέπει να μην είσαι εσύ και το καλάθι, πρέπει να είσαι εσύ εναντίον του μυαλού σου. Και να καταρρακώνεσαι. Και γενικότερα οι ελεύθερες βολές στο μπάσκετ είναι -χωρίς προφανώς να έχει μικρή αξία και η προπόνηση- κατεξοχήν θέμα ψυχολογίας. Οι δυο διαφορετικοί Πάσπαλιε στις βολές, πριν κάνει το μυαλό του το μαυρό κλικ και μετά, είναι το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα.
Ένας άντρας 2 μέτρα και 11 εκατοστά δίνει στην τρίτη περίοδο του αγώνα μια παράσταση κατάρρευσης, που και οπαδός της ΤΣΣΚΑ να είσαι αισθάνεσαι αμήχανα ως άσχημα να τη βλέπεις και θες να πεις σταματήστε να το κάνετε αυτό στον άνθρωπο, σταματήστε να του κάνετε φάουλ ή βγάλτε τον από το παιχνίδι, κανείς δεν πρέπει να εκτίθεται έτσι. Είναι η τρίτη περίοδος που γενικά έχει πάψει να παίζεται μπάσκετ, μετά τα εκπληκτικά πράγματα που έκανε η ΤΣΣΚΑ στο πρώτο ημίχρονο. Οι διαιτητές να σφυράνε εξακολουθητικά Φενέρ, ολιγάρχες, τρόφι γουάιφς και μπράβοι της ρωσικής και τουρκικής ελίτ να πλακώνονται μεταξύ τους, η Φενέρ να προσπαθεί να γυρίσει το ματς, αλλά η διαφορά να μένει περίπου εκεί που ήταν, έχοντας όμως καταφέρει τουλάχιστον να κάνει την ΤΣΣΚΑ να σταματήσει να παίζει.
Και να καταλαβαίνει πως αφού περνάει η ώρα είναι καιρός να αρχίσει να αντιμετωπίζει η ίδια τον δικό της εαυτό. Και εννοείται να καταρρέει όσο πανηγυρικά και ο Βέσελι. Όχι 20, 30 πόντους να ήταν μπροστά, πάλι τη διαφορά θα την έχανε. Δεν γινόταν αλλιώς. Γιατί ο αντίπαλος που είναι στο κεφάλι μας δεν αντιμετωπίζεται με μπάσκετ, ο αντίπαλος που είναι στο κεφάλι μας αντιμετωπίζεται μόνο αν τον αντιμετωπίσουμε κατά μέτωπο. Κι ακούγοντας τον Ιτούδη στη κοινή συνέντευξη Τύπου πριν ξεκινήσει το φάιναλ φορ να λέει πως όσα συνέβησαν τα περασμένα χρόνια δεν τους αφορούν και πως κοιτάνε μόνο μπροστά, ήξερες πως όσα συνέβησαν τα περασμένα χρόνια θα συνέβαιναν και φέτος.
Και συνέβησαν. Κι όμως η ΤΣΣΚΑ το πήρε. Όχι επειδή καθάρισε το μυαλό της. Προς θεού, όχι για αυτό. Το γιατί μόνο με πιθανολογήσεις μπορεί να απαντηθεί: Ίσως επειδή πρόλαβε να χάσει τη διαφορά στην κανονική διάρκεια και έτσι ισοφαρίζοντας εκείνη στο τέλος δεν μπήκε στην παράταση φοβούμενη την ολοκλήρωση της ανατροπής και το ακόμη χειρότερο που θα της συνέβαινε. Ίσως επειδή αφού δεν κατάφερε να απαλλαγεί από τα φαντάσματά της και τα έβγαλε πάλι όλα επί σκηνής, ίσως δηλαδή αφού πρώτα τα εμφάνισε και τα βίωσε, τότε και μόνο τότε μπόρεσε να αρχίσει να ξαναπαίζει. Ίσως επειδή απλά θα παραήταν άδικο και σκληρό να συμβεί το ίδιο και φέτος. Δεν συνέβη τελικά, αφού πρώτα όμως συνέβη πανηγυρικά.
Πάρα πολλά θα μπορούσε να πει κανείς ακόμα για τον τελικό και για τη φετινή ευρωλίγκα, αλλά θα μείνω στην αντίστιξη δύο σκηνών: χθες βράδυ τα όρια μεταξύ παικτών και θεατών παραβιάστηκαν επειδή ο ολιγάρχης που καθόταν στην πολυθρόνα την πριβέ δίπλα στον αγωνιστικό χώρο έσπρωξε έναν παίκτη, πριν λίγο καιρό τα όρια μεταξύ παικτών και θεατών παραβιάστηκαν επειδή ο άνθρωπος που μάλλον θα παίρνει τρεις κι εξήντα κάνοντας την μασκότ της Λαμποράλ ντυμένος τράγος τρελάθηκε στο νικητήριο τρίποντο και μπήκε να πανηγυρίσει την ώρα που η Ρεάλ εκδήλωνε την τελευταία επίθεσή της. Σκηνές αντιστικτικές αλλά μαζί και ίδιες. Όσο φτιαχτική κι αν είναι η σκηνή με τη μασκώτ κι όσο απωθητική κι αν είναι με τον ολιγάρχη, με όσο διαφορετική νοοτροπία κι αν γίνεται η παρέμβασή τους στα δρώμενα και όσο ολότελα διαφορετικές ζωές κι αν ζουν οι δυο τους όταν το παιχνίδι τελειώνει, την ώρα που το παιχνίδι διαρκεί υπάρχει κι αυτό που τους ενώνει, αυτό απέναντι στο οποίο είναι εξίσου ανίσχυροι, εξίσου παραμυθιασμένοι, εξίσου ίσοι, γιατί ανεξάρτητα από το πώς λειτουργούν και το τι εκμετάλλευσης τυγχάνουν τα θεάματα, τα θεάματα δεν ήταν ποτέ μόνο για τις μάζες, τα θεάματα και δη τα αθλητικά μοιράζουν συγκινήσεις και στις ελίτ, με ένα τρόπο οιονεί κομμουνιστικό που οι άρτοι ποτέ δεν θα αξιωθούν.
Κι όσο για σένα, την επόμενη φορά που θα προσπαθήσεις να κατορθώσεις κάτι, μην ξεχνάς την ΤΣΣΚΑ, μην ξεχνάς πως είμαστε όσο καλοί μας επιτρέπει η αυτοκαταστροφικότητά μας, πως είμαστε όσο καλοί μας επιτρέπουν τα σκατά στο μυαλό μας, πως δεν έχει σημασία μόνο πόσο ικανοί είμαστε για κάτι και πόσο έχουμε δουλέψει για αυτό, σημασία έχει επίσης να μην ορθώνει ο εαυτός μας εμπόδια στην πραγματοποίησή του. Όσο φοβόμαστε πως θα καθηλωθούμε, καθηλωνόμαστε επειδή το φοβηθήκαμε. Και η διαφορά θα μειώνεται. Και ο εφιάλτης θα ξανάρχεται. Και οι προφητείες θα αυτοεκπληρώνονται. Φοβόμαστε. Να. Δίκιο είχαμε. Οι φόβοι μας γίνονται πραγματικότητα. Πάλι.

Δευτέρα, Μαΐου 09, 2016

Αυταπάτες

Tην περασμένη Παρασκευή το μεσημέρι είμαι σε μια κηδεία (αν όχι μακρινής, πάντως σίγουρα απομακρυσμένης κι ακόμα πιο σίγουρα υπέργηρης συγγενούς), η νεκρώσιμος ακολουθία τελειώνει, ο παπάς παίρνει τον λόγο και αρχίζει να λέει ότι την προηγούμενη ημέρα είχαν κηδεία ενός βρέφους επτά μηνών, ότι αυτό που ζούμε τώρα δεν είναι η ζωή αλλά ο θάνατος αφού με τη γέννησή μας γεννιέται και ο θάνατος, ότι η αληθινή και η αιώνια ζωή είναι μετά, συνεχίζoντας με κολάσεις και παραδείσους, με στρατιές αγγέλων από την μια και τον διάβολο και τους φοβερούς δαίμονές του από την άλλη, κι όλα εξαρτώνται από μας αρκεί να μετανοήσουμε εγκαίρως όπως ο ληστής στο σταυρό που πρώτος μπήκε στη σωστή πλευρά με το μπάζερ μπίτερ του, με ένα αφήγημα αποστερημένο και στο πιο καλοπροαίρετο αυτί από την όποια πνευματικότητα, με ένα αφήγημα αντίστοιχης αληθοφάνειας και βάθους με το Μπάτμαν εναντίον Σούπερμαν του Ζακ του Σνάιντερ, με ένα αφήγημα πολύ κοντά στο συγκλονιστικό πρόσφατο παραλήρημα του Πέτρου Γαϊτάνου, που αν μη τι άλλο είπε ευθέως ο άνθρωπος πως δεν είναι ο άνθρωπος απέναντι στην αμαρτία, αλλά πως ο άνθρωπος είναι η αμαρτία, πως ο άνθρωπος και η ζωή είναι το λάθος, κάνοντας σε να θες να γραφτείς στον ISIS τώρα, άμεσα, χωρίς χρονοτριβή, μπας και καταφέρεις και επιβληθείς και σβήσεις από το χάρτη τόσο πολύ απάλευτο σκοταδισμό, τόσο πολλή απάλευτη άρνηση, φόβο και μίσος για ό,τι μας συνιστά ως ζωντανούς ανθρώπους. 
Μια Παρασκευή πιο πριν, την Μεγάλη, ήμουν στο χωριό της γυναίκας μου στην Ήπειρο. Όταν είναι να αρχίσουν τα Εγκώμια (γκούγκλαρα να δω πώς τα λένε, όπως ο Δραγασάκης την αλήθεια), γυναίκες έρχονται και πιάνουν πόστο, όχι μεγάλης ηλικίας γυναίκες, γυναίκες που και αυτές αλλού ζουν και έχουν έρθει στο χωριό για Πάσχα. Τραγουδούν ίσως όσο πιο παράφωνα και παράτονα έχω ακούσει ποτέ μου, όχι μόνο το «Ω γλυκύ μου έαρ» αλλά και οποιοήποτε άλλο τραγούδι, ωστόσο αυτή η συμμετοχικότητά τους και το γεγονός πως κάτι στον λάθος τόνο τους θυμίζει δημοτικά τραγούδια του τόπου, καθιστά την όλη εμπειρία με έναν υπόγειο τρόπο συγκινητική και πάντως επιδραστική, υπενθυμίζοντας τι θα μπορούσε στην ιδεατή του μορφή να σημαίνουν οι λέξεις εκκλησία και παράδοση. Όσο ψέλνουν, ο πότης παπάς έχει γείρει πάνω στον Επιτάφιο και τις ακούει χαμογελώντας, με ένα χαμόγελο που μόνο το πρόσωπο των ανθρώπων που δεν θεώρησαν τη ζωή αμαρτία, αλλά αγάπησαν κι αγκάλιασαν τη ζωή και τις αμαρτίες της σαν ολόδικές τους, μπορεί να στολίσει. 
Την περασμένη Παρασκευή το απόγευμα ετοιμάζομαι να πάω με τον γιο μου πρώτη φορά στο γήπεδο. Ένας φίλος μού δείχνει στο φέισμπουκ ότι κάποιος περίεργος έχει ανεβάσει το περιβόητο τουίτ του Πιτσιρίκου για την Μαρφίν, έχοντας κοτσάρει μια φωτογραφία μου από πάνω, ωσάν να είμαι εγώ ο Πιτσιρίκος. Η φώτο μου ως Πιτσιρίκος που χλευάζει τους νεκρούς της Μαρφίν (γιατί αν ήθελε να γράψει κανείς για ένα κατεξοχήν πρόβλημα του δημόσιου λόγου τα τελευταία χρόνια, θα μπορούσε κάλλιστα να ξεκινήσει από το πόσο εντελώς παρερμηνεύτηκε ως χλευαστικό το συγκεκριμένο τουίτ) αναπαράγεται σωρηδόν σε τριψήφιο αριθμό τοίχων, με σχόλια που κινούνται ανάμεσα στο πόσο άθλια είναι η φάτσα μου και σε απειλοκατάρες. Το πανηγύρι είχε ξεκινήσει μια μέρα πριν, όταν αντί της δικής μου φάτσας, ο αντιπρόεδρος της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης της χώρας είχε ανεβάσει το τουίτ με φωτογραφία του τραγουδιστή Σπύρου Γραμμένου ως Πιτσιρίκου. Περισσότερο ή λιγότερο συμπτωματικά, μια μέρα μετά, ο ίδιος ο Πιτσιρίκος ανακοινώνει ότι σταματάει να γράφει στο μπλογκ του. Γυρνώντας από το γήπεδο με τον μικρό, βλέπω να μου λένε και να μου ξαναλένε να κυνηγήσω δικαστικά τον τύπο που όχι μόνο ανέβασε τη φωτογραφία μου ως χλευαστή νεκρών που του αξίζουν τα χειρότερα, καθώς «τέτοιου είδους βαριά ύβρις προς τους νεκρούς ποτέ δεν έμεινε ατιμώρητη», αλλά και ενώ του επεσήμανε ένα σωρό κόσμος ότι η φώτο είναι λάθος, εκείνος επέμενε ότι το έχει διασταυρώσει με αστυνομικές πηγές, σβήνοντας τα σχόλια που του έλεγαν ότι είναι λάθος και ενίοτε χρησιμοποιώντας σκαιές εκφράσεις απέναντι σε όσους τολμούσαν να του το επισημάνουν. Πάρα πολύ μετά και αφού του έχω πει ότι η φώτο είναι δική μου, «επανορθώνει» εξηγώντας ότι είμαι συνάδελφος και «ιδεολογικός ομογάλακτος» του Πιτσιρίκου, άρα εκεί οφειλόταν το λάθος κι όλα καλά όλα ωραία και δεν τρέχει τίποτα και αν τον πάω στα δικαστήρια θα είναι κουλ και άνετος και δεν θα έχει επίπτωση καμιά. Επειδή όμως όταν κυκλοφορήσει κάτι στο ίντερνετ κυκλοφόρησε, το επόμενο βράδυ παλιός φίλος από την κανονική ζωή μού στέλνει σκασμένος στα γέλια μήνυμα ότι είδε στο τουίτερ τη φώτο μου ως Πιτσιρίκου. 
Την περασμένη Παρασκευή το απόγευμα δεν ξέρω πόσες κατάρες συγκεντρώνονταν κάτω από τη φωτογραφία μου, ξέρω όμως ότι ζούσα το δικό μου μύθο σε ένα γήπεδο μπάσκετ, φωτογραφίζοντας το γιο μου με το καπέλο και το κασκόλ που είχαμε μόλις αγοράσει. Δέχομαι και προσυπογράφω ότι είναι λάθος να προσπαθούμε να κάνουμε τα παιδιά μας αντίτυπά μας. Αλλά εκτός από λάθος είναι και αδύνατο. Όσο αδύνατο είναι από την άλλη να μην τα επηρεάσουμε καθοριστικά, έτσι ή αλλιώς. Και όχι, αν ήταν αντίτυπό μου, θα ασχολούνταν ήδη με τα ποδοσφαιρομπασκετικά που ως σήμερα τον αφήνουν παντελώς αδιάφορο. Και όχι, αν ήταν αντίτυπό μου, δεν θα ήθελε τόσο πολύ να πάμε κοντά σε αυτούς που τραγουδούν με τα τύμπανα. Θα φοβόταν, δεν θα το λαχταρούσε. Το σύνθημα που τραγουδούσαν έλεγε: «Και βάλτε το καλά μες το μυαλό - έτσι όπως μας θέλετε εσείς - ποτέ μας δεν θα γίνουμε εμείς». Έτσι όπως θέλουμε τα παιδιά μας εμείς, ποτέ τους δεν θα γίνουνε αυτά. Όλα τα άλλα είναι αυταπάτες που θα έλεγε και ο Πρόεδρος Αλέξης. Αλλά το να πηγαίνεις με το γιο σου για πρώτη φορά γήπεδο και να τον φωτογραφίζεις με καπέλο και κασκόλ, είναι μια εμπειρία που όταν τη ζεις λες χαλάλι η δική μου φωτογραφία, ας κυκλοφορήσει, ας κανιβαλιστεί, ας συγκεντρώσει όσο μίσος θέλει. Όσο κι αν συγκεντρώσει, έχω και κοιτάζω μια άλλη, με μια αγάπη που το ξεπερνά. Μια αγάπη για αυτόν που παριστάνει εμένα μόνο στη φώτο, με το καπέλο του και το κασκόλ του, για αυτόν που κατά τ' άλλα είναι ένας ξεχωριστός άνθρωπος, ένας άνθρωπος, ένα λάθος δηλαδή και μια αμαρτία κατά Γαϊτάνο, ένας άνθρωπος που η ζωή του εύχομαι να είναι γεμάτη ιστορίες, αμαρτίες και μεγάλα λάθη, εκτός κι αν αυτό είναι μια ακόμα προσπάθεια αντιτυποποίησης, οπότε του εύχομαι απλώς να διαλέξει το δικό του δρόμο, ακόμη κι αν είναι αυτός του Γαϊτάνου, ακόμη κι αν είναι αυτός του Άδωνη.  

Πέμπτη, Απριλίου 21, 2016

Πώς έγινα κι εγώ μνημονιακός

Σε δύο στάδια:
Το πρώτο το καλοκαίρι, όταν αποδέχτηκα πως όσο συντριβή κι αν συνιστούσε η συνθηκολόγηση που θα οδηγούσε στο τρίτο μνημόνιο, οικονομικά κατά πάσα πιθανότητα η εναλλακτική, εκεί που είχαν φτάσει τα πράγματα, θα ήταν ακόμη χειρότερη.
Το δεύτερο τώρα, που περιμένω το κλείσιμο της πρώτης αξιολόγησης για να αρχίσουμε να τα αφήνουμε πίσω μας επιτέλους όλα αυτά και να κοιτάξουμε προς τα μπρος.
Παρηγοριά μου μία: να βρίζω ακόμα τους παλιούς μνημονιακούς και να τα βάζω ακόμα με όσους παρέμειναν το καλοκαίρι στα αντιμνημονιακά κάγκελα. Παρηγοριά μου δηλαδή είναι να λέω πως τουλάχιστον δεν είμαι ούτε σαν τους μεν ούτε σαν τους δε, να λεω πως τουλάχιστον δεν είμαι σαν αυτούς που υπήρξαν συνεπείς τόσο από την μία όσο και από την άλλη πλευρά.

Τετάρτη, Μαρτίου 09, 2016

Με ενοχλείς

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί τη βάση όσων είπα στη σχετική ημερίδα που διοργάνωσε η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση, σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
--- 


Ο ενοχλητικός λόγος

Όλοι έχουμε μια βασική αφήγηση, μια βασική εικόνα για τον κόσμο. Χριστιανοί ή Μουσουλμάνοι ή ό,τι άλλο, Δεξιοί ή Αριστεροί ή ό,τι άλλο. Αυτή την εικόνα δεν την έχουμε για πλάκα ούτε την παίρνουμε αψήφιστα. Ακόμη κι αν στην πορεία κάποια στιγμή εξασθενήσει και αντικατασταθεί από μια άλλη, όσο την έχουμε σημαίνει κάτι για μας: είναι η εξήγηση του κόσμου, το λεξικό βασικών εννοιών του, το λυσάρι του, η αποκωδικοποίησή του, οι βασικές του απαντήσεις, οι βασικοί του κανόνες. Υπό αυτήν την έννοια είμαστε όλοι πιστοί· των άθεων και των αγνωστικιστών συμπεριλαμβανομένων. Και οτιδήποτε αφορά αυτούς τους βασικούς κανόνες και κάνει το λάθος να μη συμμορφώνεται μαζί τους, ή ακόμη χειρότερα τους αμφισβητεί /κριτικάρει / σατιρίζει προσπαθώντας να τους αποκαθηλώσει, είναι κάτι που ενοχλεί. Και η φυσική τάση του ανθρώπου είναι να προσπαθεί να απαλλαχθεί από αυτό που τον ενοχλεί. Παραφράζοντας τον Βολταίρο: σπανίως απλώς διαφωνώ με αυτό που λες, σπανίως σκέτα διαφωνώ με αυτό που λες, συνήθως αφού διαφωνώ, ενοχλούμαι κιόλας με αυτό που λες. Είναι παρ' όλα αυτά, παρ' όλη αυτήν την ενόχληση, το δικό μας πιστεύω, το δικό μας δόγμα, το δόγμα του δυτικού πολιτισμού μετά τον διαφωτισμό, το ότι σε κάθε όμως περίπτωση, ακόμη κι αν ενοχλούμαι του θανατά απ' αυτό που λες, θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες; Ή μήπως προσπαθούμε να το παρακάμψουμε παραμένοντας τυπικά πιστοί στις διακηρύξεις της υπεράσπισης και επικεντρώνοντας στα τριγύρω;

Ένα πολύ πρόσφατο παράδειγμα επικέντρωσης στα τριγύρω είναι ο σάλος που δημιουργήθηκε με την παράσταση «Η Ισορροπία του Νας». Αν ήταν περίπου επόμενο να περιμένεις από το πιο οπισθοδρομικό τμήμα του κλήρου, από παραθρησκευτικές οργανώσεις κι από νεοναζί αντιδράσεις σαν αυτές που οδήγησαν πριν 4 χρόνια στο κατέβασμα της παράστασης «Corpus Christi», είναι αρκετά ειρωνικό ότι βρεθήκαμε πρόσφατα ενώπιον του φαινομένου να αντιδρά παρόμοια η ιδεολογική πλευρά που ομνύει στον διαφωτισμό και τα ευρωπαϊκά ιδεώδη και που επιχειρεί να αυτοπροσδιορισθεί ως και η μόνη αληθινή υπερασπιστής της ελευθερίας του λόγου και της τέχνης. Χωρίς να θέλω να ισχυριστώ ότι η ένταση των αντιδράσεων ήταν στις δύο περιπτώσεις η ίδια, δεν παύει να ισχύει ότι υπήρξε μια αντίδραση που δεν αποτελούσε απλά αρνητική κριτική για την παράσταση, αλλά που τελικά αμφισβητούσε το δικαίωμα της ανόδου της. Μένοντας λοιπόν τυπικά πιστός στην υπεράσπιση της ελευθερίας της έκφρασης και της τέχνης, αλλά προσπαθώντας να την παρακάμψεις με όλα τα τριγύρω: Ναι, φυσικά οι παραστάσεις δικαιούνται να ανεβαίνουν, αλλά στο Εθνικό κιόλας; Με τα λεφτά του φορολογούμενου; Για αυτό πληρώνουμε φόρους, για να βλέπουμε επί σκηνής τα λόγια του Ξηρού; Και τι ακριβώς σκοπό εξυπηρετούσε να μπει ο Ξηρός δίπλα στον Καμύ; Τι είδους τέχνη εντός εισαγωγικών είναι αυτή; Ενίοτε δε, όπως συνέβη και προ διετίας με το βιβλίο του Κουφοντίνα «Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη», πετάμε και τον Βολταίρο τελείως στην άκρη και το λέμε φόρα παρτίδα, όπως έγινε με το εμβληματικό φιλελεύθερο βιβλιοπωλείο “Free Thinking Zone”, το οποίο ανάρτησε στη βιτρίνα του ένα σημείωμα που έγραφε: «Αφιερώνουμε αυτό το σημείο προβολής στα βιβλία που θα έγραφαν τα θύματα του Δ. Κουφοντίνα. Δικαίωμα στην ελευθερία χωρίς δικαίωμα στη ζωή δεν μπορεί να υπάρξει». Επιστρέφοντας στα τριγύρω, ο Πέτρος Τατσόπουλος έλεγε τότε. «Αυτό που αναρωτιέμαι είναι γιατί εμείς αγοράζουμε τέτοια βιβλία. Πίσω από αυτό και από πολλά άλλα παρόμοια υπάρχει ένα νοσηρό, ανομολόγητο τρίγωνο: ο συγγραφέας, ο εκδότης και ο αναγνώστης. Και οι τρεις κάνουν μια φαουστική συμφωνία με τον διάβολο. Ο μεν συγγραφέας (το ίδιο ισχύει και για τους συγγραφείς των προκηρύξεων) λέει: Δολοφονώ για να με δημοσιεύσετε. Η πραγματική αξία δεν ενυπάρχει στα γραπτά του, αλλά στην επένδυσή του με τις δολοφονίες. Είναι σαν να λέει: Αν δεν δολοφονούσα, δεν θα με δημοσιεύατε, θα κερδίσω την προσοχή σας με το να σκοτώνω. Ο εκδότης αποδέχεται αυτήν τη σύμβαση: Σε δημοσιεύω επειδή σκότωσες. Η ελευθερία του Τύπου και η ενημέρωση της κοινής γνώμης είναι προφάσεις εν αμαρτίαις: το δέλεαρ ήταν ότι σκότωσες και ότι αυτό θα έχει εμπορικό αντίκρισμα». Για να αντιστρέψω λοπόν ένα λεκτικό σχήμα που κατά κόρον χρησιμοποιήθηκε τα προηγούμενα χρόνια σε σχέση με την καταδίκη της βίας: αναγνωρίζεις το δικαίωμα στην ελευθερία της τέχνης, το δικαίωμα να ανεβάζει ο άλλος θεατρικές παραστάσεις και να εκδίδει βιβλία, χωρίς τέτοιου είδους ιδεολογικούς αστερίσκους και υποσημειώσεις; Μολονότι προσπαθώ να εντοπίσω αντιφάσεις και ψευδοεπιχειρήματα, δεν θέλω τελικά να πω ότι η από εδώ ιδεολογική πλευρά θα είχε οπωσδήποτε διαφορετικές αντιδράσεις επί παράστασης ή βιβλίου που θα σχετιζόταν με αντίστοιχο τρόπο με τον Ρουπακιά, τον Κασιδιάρη ή τον Μιχαλολιάκο. Το πολύ πιθανότερο είναι ότι δυστυχώς θα υπερασπιζόμασταν στα λόγια την ελευθερία της τέχνης, προσπαθώντας να την υπονομεύσουμε μέσω των τριγύρω
.

Τα οπαδικά γυαλιά

Μου αρέσει να χρησιμοποιώ μια αντιστοιχία από το ποδόσφαιρο. Αν μπούμε λίγο στον τρόπο σκέψης ενός οπαδού ποδοσφαιρικής ομάδας, θα δούμε ότι αν έχουμε ένα καταφανέστατο πέναλτι ή ένα κραυγαλέο οφσάιντ, ακόμη και ο πιο φανατικός οπαδός δεν θα βγει να πουλήσει τρέλα και να πει ότι δεν είναι. Την εντελώς συγκεκριμένη αδικία άρα δεν θα την αρνηθεί. Θα σπεύσει όμως αμέσως να συμψηφίσει με άλλες φάσεις από το ίδιο ή και από άλλα παιχνίδια, ή θα σπεύσει να χρησιμοποιήσει άλλα επιχειρήματα, με τελικό σκοπό να δείξει ότι στην μεγάλη εικόνα δεν υπάρχει καμία αδικία. Τουναντίον· είτε η ομάδα του είναι η πιο αδικημένη, είτε το επιχείρημα της αδικίας είναι βολική δικαιολογία που αδικεί το γεγονός ότι η ομάδα του είναι η γενικά καλύτερη. Σε οποιαδήποτε δε μη κραυγαλέα φάση, σε οποιαδήποτε φάση κινείται στη σφαίρα του συζητήσιμου, πάλι δεν θα πουλήσει τρέλα. Ακόμη και αν η ίδια ακριβώς φάση κρίνεται πέναλτι ή όχι αναλόγως του χρώματος της φανέλας του παίκτη που θα πέσει στην περιοχή, δεν θα έχει πει ψέμματα, θα έχει όντως δει έτσι τη φάση μέσα από τα οπαδικά γυαλιά.

Έτσι και στην ενασχόληση με την πολιτική και ειδικότερα στην μέσω των σόσιαλ μίντια ενασχόληση, αν πρόκειται για παράβαση κάποιου από την αντίπαλη ιδεολογική ομάδα θα κραυγάσουμε, ενώ αν είναι κάποιου από την δική μας ή θα το αποσιωπήσουμε ή θα σπεύσουμε ακριβώς να το δούμε συμψηφιστικά. αν μας πετάξουν στα μούτρα ένα συγκεκριμένο κραυγαλέο γεγονός πώς θα το κρίνουμε. Τα δύο μέτρα και τα δύο σταθμά έγκεινται περισσότερο όχι στο πώς θα κρίνουμε ένα δεδομένο φάουλ των «δικών μας», αλλά στο τι επιλέγουμε να σχολιάσουμε, με τι επιλέγουμε να ασχοληθούμε, με τι επιλέγουμε να ενοχληθούμε. Και πολλές φορές είναι πιθανό να μην το πάρουμε καν χαμπάρι ένα δεδομένο φάουλ, ακριβώς γιατί στη διαδικτυακή γειτονιά που συχνάζουμε δεν θα αναδειχθεί.


Διαδικτυακές Γειτονιές


Αλλά για ποια διαδικτυακή γειτονιά μιλάω; Από τη δική μου εμπειρία στα ελληνικά σόσιαλ μίντια, μπορώ να διακρίνω τις εξής φάσεις. Το 2005 που έφτιαξα το μπλογκ και υπήρξε η πρώτη έκρηξη, μπορεί τα πράγματα να ήταν ελαφρά πιο πολιτικοποιημένα από τον μέσο επικοιωνιακό όρο εκτός μπλογκ, η ατμόσφαιρα όμως σε αντιστοιχία με το γενικότερο κλίμα ήταν εντελώς μη φορτισμένη. Διαφωνίες και καυγάδες υπήρχαν αλλά πιο προσωπικές. Και όσες ήταν πολιτικές δεν έδιναν τον τόνο. Μια δεύτερη φάση αρχίζουμε ίσως να έχουμε το καλοκαίρι του 2007, όταν γίνονται κάποιες συγκεντρώσεις διαμαρτυρίες για τις πυρκαγιές. Δεν υπήρχε κάποια αξιοπαρατήρητη πολιτικά ατζέντα -ποιός είναι άραγε υπέρ των πυρκαγιών;- αλλά το ενδιαφέρον στοιχείο που αναδείχθηκε τότε ήταν η συνειδητοποίηση μιας δυνατότητας αυτοοργάνωσης και πραγματοποήσης κινητοποίησεων από τα κάτω και χωρίς κεντρικό καπέλωμα. Το μέσο άρχιζε να ανακαλύπτει τη δυναμική του. Μια τρίτη φάση έχουμε με τον Δεκέμβρη του 08, όταν περάσαμε για πρώτη φορά σε πολωτικό κλίμα και σε μια ριζικά διαφορετική ανάγνωση από τα καθεστωτικά ΜΜΕ και από τα σόσιαλ μίντια των όσων συνέβαιναν και όσων σήμαινε ο Δεκέμβρης. H τέταρτη όταν από την Άνοιξη του 2010 η μεταπολίτευση έδωσε τη θέση της στην εποχή των μνημονίων, όταν η πόλωση παγιώθηκε και εντάθηκε. Θέλω να αναφέρω το παράδειγμα του συναθροιστή Βuzz. Δημιουργήθηκε, αν δεν κάνω λάθος, στις αρχές του 2007 και αρχικά δεν λειτουργούσε μόνο ως ένας «τόπος» που συγκεντρώνονταν και αναδεικνύονταν ποστ ή άρθρα, αλλά κι επίσης ως ένας τόπος συζητήσεων και γόνιμων διαφωνιών. Όσο περνούσε ο καιρός αυτός ο τόπος άρχιζε να μην μοιάζει τόσο κοινός, τόσο πρόσφορος για τις συζητήσεις και τις διαφωνίες. Εκεί γύρω στο 2011-2012, καταλάβαινες ότι τα πράγματα είχαν πολωθεί τόσο, φτάνοντας σε ένα στάδιο όπου δεν είχε πια νόημα να το προσπαθείς. Δεν ήταν καν η διαφορά ότι εσύ τα βλέπεις μαύρα και ο άλλος άσπρα. Tο ρήγμα είχε φτάσει στο ότι δεν μπορούσες να συμφωνήσεις ούτε για το ότι το άσπρο και το μαύρο είναι χρώματα και όχι ας πούμε είδος πορτοκαλιών, την ίδια ακριβώς περίοδο που -όπως εύστοχα είχε γράψει ένας φίλος- διαιτητή στο δρόμο για τις μεταξύ μας θεωρητικές διαφωνίες είχαμε τα ΜΑΤ.

Και φάνουμε έτσι στο πέμπτο στάδιο που είναι οι ιδεολογικές γειτονιές του φέισμπουκ (με το τουίτερ δεν ασχολήθηκα ποτέ και δεν ξέρω τα των δικών του ιδιαιτεροτήτων). Σ’ αυτές τα λέμε μεταξύ μας, φτιαχνόμαστε μεταξύ μας, πορωνόμαστε μεταξύ μας, κανιβαλίζουμε συχνά - πυκνά τους απέναντι. Φτιάχνονται περιρρέουσες ατμόσφαιρες που σε κάνουν να θες να πλειοδοτήσεις, να πλειοδοτήσεις και να πλειοδοτήσεις. Φτιάχνεται μια περιχαράκωση που ακόμη και τις φορές ίσως εκείνες που θα μπορούσες με βάση τη βασική σου αφήγηση και βασική σου εικόνα για τον κόσμο να αντιδράσεις διαφορετικά σε κάτι, σε παρασέρνει το κλίμα. Μια περιχαράκωση που όταν κάποιος σου κάνει σχόλια ενώ ανήκει στην απέναντι γειτονιά, σε κάνει να αναρωτιέσαι: μα τι θέλει αυτός εδώ; Αφού απέναντι πρέπει να τα λέει με τους δικούς του. Εδώ τα λέμε εμείς με τους δικούς μας.  Το φέισμπουκ μπορεί να μην έχει χάσταγκ σαν το τουίτερ, αλλά τελικά καταλήγει να έχει. Βασικότατη λειτουργία του είναι το να πω κι εγώ οπωσδήποτε κάτι για το θέμα που είναι στην επικαιρότητα αυτό το εξάωρο. Από το rip ως το να κράξω κάτι. Το ζητούμενο στα σόσιαλ μίντια είναι να μιλάμε όλοι ανα εξάωρο για το ίδιο θέμα. Ακόμη κι αν το θέμα είναι μια κάποια Έλλη Παπαγγελή, δεν υπάρχει τίποτα που να μη μας φανεί αρκετά ελκυστικό για σχολιασμό. Αφού δες, όλοι για αυτό μιλάνε. Κι εγώ τότε. Κι εγώ.


Του ψαριού η βρώμα

Επιστρέφοντας στα προαναφερθέντα παραδείγματα, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι δημιουργήθηκε θέμα όταν είχαμε να κάνουμε με τον Ξηρό και τον Κουφοντίνα. Η 17Ν και γενικά η αντιτρομοκρατική ρητορική διατηρούν εξέχουσα θέση στον λόγο της από εκεί ιδεολογικής πλευράς. Γιατί όμως αυτή η διαρκής πηγή εντάσεων για τη 17Ν; Για τις δολοφονίες της; Ποιός δεν τις έχει καταδικάσει ξανά και ξανά και ξανά; Μήπως τελικά δεν ηττήθηκαν πολιτικά; Ηττήθηκαν. Τότε τι; Νομίζω πως αυτή η εμμονή εξυπηρετεί δυο στόχους. Αφενός την εμπέδωση του ότι οι εσωτερικοί εχθροί της δημοκρατίας πρέπει να ηττώνται ολοκληρωτικά· όχι μόνο να φυλακίζονται, όχι μόνο να τους επιβάλλονται οι συνέπειες του νόμου· να αντιμετωπίζονται πλήρως ως εσωτερικοί εχθροί· με αποτέλεσμα να είναι εξωφρενικό να θέλει ένας καλλιτέχνης να ασχοληθεί μαζί τους ή να βγάζει μεγάλος εκδοτικός οίκος βιβλίο με την αφήγηση ενός εκ των πρωταγωνιστών της, για την δική του εκδοχή των ιστορικών γεγονότων. Αφετέρου στην πέραν, της πολιτικής ήττας της 17Ν, πλήρη αποϊστορικοποίηση της προέλευσής της, στην τοποθέτησή της σε ένα ανιστορικό πλαίσιο στο οποίο ήταν μια ομάδα δολοφόνων που ξεφύτρωσε περίπου από το πουθενά και συνεπώς οποιαδήποτε προσπάθεια ερμηνείας του πώς γεννήθηκε και γιατί τα πρώτα χρόνια οι ενέργειές της δεν είχαν ακριβώς κατακραυγή είναι εξοβελιστέα και επικίνδυνη. Ένα κοινό νήμα συνδέει την αντιτρομοκρατική υστερία, με την ρητορική για τον Δεκέμβρη και τέλος με το αφήγημα περί λαϊκισμού ή εθνολαϊκισμού που έφερε δήθεν τον ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, παράλληλα με το άλλο αφήγημα ότι μιζάρισε στο μίσος και με την αρχική προσπάθεια εκτοπισμού του στο απέναντι της Χρυσής Αυγής αντιδημοκρατικό άκρο. Σε μια παραλλαγή της αφήγησης του Φουκουγιάμα για το τέλος της Ιστορίας, η αφήγηση εδώ είναι ότι από την πρώτη μεταπολιτευτική στιγμή τελείωσε πλήρως και η πολιτιειακή ιστορία της χώρας, τελείωσε το πολίτευμα, με την έννοια ότι κατέστη τέλειο και αψεγάδιαστο: τα πάντα σε θεσμικό τουλάχιστον επίπεδο ρυθμίστηκαν άρτια και για οποιοδήποτε τυχόν υπάρχον πρόβλημα υπήρχε η πρέπουσα θεσμική αντιμετώπιση, γιατί αυτό είναι η δημοκρατία και οτιδήποτε άλλο είναι εχθρός της. Σαπίλα μπορεί να υπάρχει μόνο στα βασίλεια της Δανιμαρκίας, ενώ στις δημοκρατίες είναι περίπου αδύνατο, πολύ περισσότερο στις ευρωπαϊκές δημοκρατίες, οι οποίες βρίσκονται στην κορυφή του πολιτειακού ιδεώδους. Τον Δεκέμβρη του οκτώ, με κοινό τους κείμενο ο Τάκης Θεοδωρόπουλος, ο Απόστολος Δοξιάδης και ο Πέτρος Μάρκαρης επεσήμαναν με αξιοθαύμαστη παρρησία, ότι απειλούνται οι αρχές της κοινής μας ζωής (καθώς εκτός των άλλων είχε «αμφισβητηθεί ανενδοίαστα η ουσία της ίδιας της δημοκρατίας, με την επίθεση στην καρδιά της, που είναι η ελευθερία της σκέψης, του λόγου και της έκφρασης, που αντιπροσωπεύει η τέχνη»).

Υπάρχει δημοκρατία. Υπάρχουν θεσμοί. Υπάρχουν κανόνες. Όποιος έχει στοιχεία να πάει στον εισαγγελέα. Τέλος. Οτιδήποτε άλλο είναι λαϊκισμός και εχθροπάθεια. Η αριστερά είναι παλαβή.  Το πρόβλημα δεν ήταν το πώς κυβερνήθηκε η χώρα, αλλά το πόσο κακόμαθε και καλοπέρασε ο λαός της, διαφθείροντας ενίοτε και τους κυβερνήτες του, που όταν πήγαν να κάνουν μεταρρυθμίσεις σαν αυτές του Γιαννίτση ο κόσμος ξεσηκώθηκε με αποτέλεσμα αυτά να μας φέρουν ως εδώ. Η μια ιδεολογική πλευρά, επικέντρωσε την σχεδόν πανθομολογούμενη βρώμα του εγχώριου ψαριού στο κεφάλι του και η άλλη στο σώμα του. Μια μάχη ιδεολογικής ηγεμονίας διεξαγόταν και διεξάγεται για το ποιά αφήγηση για τον κόσμο θα επικρατήσει.
 

Ποιά τέχνη; Προσχήματα είναι αυτά


Το επίδικο εδώ όμως είναι το εξής. Καλά για τον σκέτο λόγο, καλά για την πολιτική έκφραση. Δεν θα έπρεπε η τέχνη να είναι εξ ορισμού έξω από αυτές τις ιδεολογικές συγκρούσεις; Θα έπρεπε. Αλλά η ιδεολογία κυριαρχεί. Για να μιλήσω με κλισέ, αν η ιδεολογική αφήγηση και εικόνα προσφέρει απαντήσεις και βεβαιότητες, η τέχνη οφείλει να προσπαθεί να αναρωτιέται και δη βασανιστικά. Ωστόσο παρότι θεωρητικά ο πολιτισμός μας αποδίδει στην τέχνη ένα υψηλό στάτους, ίσως κατά βάθος λέμε ψέμματα στον εαυτό μας, ίσως οποτεδήποτε ένα έργο τέχνης αγγίζει θέματα ιδεολογικά φορτισμένα, η ιδεολογία παίρνει το πάνω χέρι και αντιμετωπίζουμε το καλλιτεχνικό προϊόν ως πρόσχημα, ως καμουφλάζ ή πάντως ως δευτερεύουσας σημασίας μπροστά στο σημαντικό. Ψάχνουμε να βρούμε τι θέλει να πει ο ποιητής. Ίσως δηλαδή όποτε υπάρχει μια τέτοιου είδους εμπλοκή στο βάθος σκεφτόμαστε «έλα, άσε τώρα τις σαχλαμάρες, πες καθαρά τι εννοείς και που το πας, πες καθαρά αν είσαι με εκείνους ή με εμάς, πες καθαρά τι εξυπηρετεί αυτό που κάνεις». Ο πυρήνας της ελευθερίας σου ως καλλιτέχνη έχει αμφισβητηθεί ήδη.


Το σπεύδω να συμμορφωθώ


Από εκεί και πέρα οφείλουμε να διακρίνουμε ανάμεσα στις επιθέσεις απέναντι σε ένα έργο τέχνης και στην ευθύνη εκείνου που ανέβασε το έργο να μην το κατεβάσει, ειδικά όταν βρίσκεται ενώπιον επίθεσης. Και τόσο στην περίπτωση της «Ισορροπίας του Νας», όσο και στην περσινή περίπτωση του εικαστικού έργου «Stills» του Κρις Φερντόνκ, που κατέβηκε επειδή ένας διερχόμενος από την πλατεία Κλαυθμώνος παπάς θίχθηκε κι έκανε μήνυση, τα έργα κατέβηκαν από εκείνους που το είχαν ανεβάσει και οι οποίοι θα έπρεπε θεωρώ να είχαν αποφασίσει να υπερασπιστούν με περισότερη επιμονή και σθένος τα συγκεκριμένα έργα και την ελευθερία της τέχνης, ακριβώς γιατί αυτή διακυβεύθηκε εμπράκτως εκείνες τις στιγμές και γιατί οι πολέμιοί της πέτυχαν τελικά τον σκοπό τους.